Subscribe Twitter Twitter

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Βασίλης Αλεξανδρής, πρόεδρος ΔΣΑ : Γιατί είναι αντισυνταγματικός ο ΕΝΦΙΑ


Καταπέλτης για τον ΕΝΦΙΑ ο πρόεδρος του ΔΣΑ Β. Αλεξανδρής, σε αποκλειστική του συνέντευξη στο theTOC: «Εωλα τα κριτήρια - Παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας».
basilis-aleksandris-proedros-dsa--giati-einai-antisuntagmatikos-o-enfia

«Στο όνομα των δημοσιονομικών στόχων δεν μπορεί να παρακάμπτεται η συνταγματική τάξη και να αγνοείται η οικονομική κατάσταση των πολιτών», τονίζει ο κ. Αλεξανδρής.

Ακόμα, ο πρόεδρος του μεγαλύτερου επιστημονικού συλλόγου της χώρας: 

  • Καταγγέλλει ως θεσμική εκτροπή την άρνηση της Κυβέρνησης  να συμμορφωθεί με δικαστικές αποφάσεις όπως αυτή του ΣτΕ που έκρινε ως αντισυνταγματικές τις περικοπές στο ειδικό μισθολόγιο των μελών των Ενόπλων Δυνάμεων.
  • Προαναγγέλλει μέσω του thetoc.gr  μια σειρά από πρωτοβουλίες του δικηγορικού σώματος για την άρση και άλλων φορολογικών μέτρων που υπερβαίνουν τα όρια της νομιμότητας. 
  • «Θα συνδράμουμε κάθε ατομική προσφυγή στη Δικαιοσύνη, που θα εμφανίζει ποιοτικά χαρακτηριστικά (μακροχρόνια άνεργοι, πάσχοντες από βαρέα νοσήματα κ.λπ.), τα οποία προδήλως αναδεικνύουν την έλλειψη σχετικής πρόνοιας του νομοθέτη»
«Παραβιάζεται η αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα»

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη του πρόεδρου του ΔΣΑ, Βασίλη Αλεξανδρή, στο thetoc.gr 

Ερώτηση: «Mε μια σκληρή επιστολή σας -παρέμβαση προς τον Πρωθυπουργό τη χώρας και τον Υπουργό Οικονομικών στηλιτεύετε την υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τους "κατηγορείτε" ότι αγνοούν πλήρως τις σοβαρές, και νομικές, ενστάσεις γύρω από αυτή την άδικη πολιτική και επισημαίνετε και μια σειρά  ζητημάτων αντισυνταγματικότητας που εγείρονται  από την επιβολή του ΕΝΦΙΑ. Τελικά αυτός ο φόροςπέρα από τις παράλογες, όπως τις χαρακτηρίζετε, συνέπειες του,είναι και κατάφωρα αντισυνταγματικός; Και γιατί;».
Απάντηση: «Θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω ότι: Η εν λόγω επιστολή συντάχθηκε και απεστάλη -δι εμού- από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Εκφράζει συνοπτικά, κατά περιεχόμενο αλλά και σκοπό, τη θέση όλων μας σ ́ ένα ζήτημα μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος. Πεποίθησή μας είναι ότι, σε αυτές τις δύσκολες ώρες που βιώνουμε, η εμπέδωση των αρχών και των θεσμών μιας δικαιοκρατικά συντεταγμένης Πολιτείας αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.
Η λήψη φορολογικών μέτρων για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης πλέον οικονομικής κρίσης δεν επιτρέπεται να αποκλίνει των κανόνων διαμόρφωσης ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος ούτε να είναι απεριόριστη ή ανέλεγκτη, παραμένοντας στο απυρόβλητο. Κάθε σχετική ρύθμιση δεν μπορεί να εξέρχεται των δικαιοκρατικών ορίων που επιτάσσουν οι αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν μπορεί να προσβάλλει τον πυρήνα θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο όνομα των δημοσιονομικών στόχων δεν μπορεί να παρακάμπτεται η συνταγματική τάξη και να αγνοείται η οικονομική κατάσταση των πολιτών.
Κάθε ρύθμιση δεν μπορεί να εξέρχεται των δικαιοκρατικών ορίων που επιτάσσουν οι αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
 Εν προκειμένω, οι αιτιάσεις μας περί της αντισυνταγματικότητας του ΕΝ.Φ.Ι.Α. έγκεινται ακριβώς στο έλλειμμα δικαιότητας, στην καταστρατήγηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών. Τούτο καθίσταται κατ’ αρχάς εμφανές, λόγω της παντελούς έλλειψης οποιασδήποτε σύνδεσης του επίμαχου φόρου αφενός με το εάν το φορολογούμενο ακίνητο παράγει ή όχι εισόδημα και αφετέρου με τη διαπίστωση της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του υπόχρεου. Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα, η οποία μόνο με όρους ρευστότητας μπορεί να γίνει κατανοητή. Ας σημειωθεί ότι, κατά τη λογική των ισχυουσών διατάξεων, η κατοχή απρόσοδης ακίνητης περιουσίας αποτελεί αμάχητο τεκμήριο εισοδήματος, το οποίο βεβαίως προσαυξάνει πλασματικά το πραγματικό εισόδημα. Έτσι, εφόσον αρκεί η κατοχή ακίνητης περιουσίας για τη φορολόγησή της, ανεξαρτήτως δηλαδή εάν αυτή παράγει εισόδημα και αδιάφορα από τη συνολική οικονομική δύναμη του κτήτορά της, σε συνδυασμό με την επιβολή υψηλών ετήσιων ποσών φόρου, οδηγούμαστε στη σταδιακή δήμευση της εν λόγω περιουσίας. Η προκείμενη φορολογική  πίεση, που ασκείται στον φορολογούμενο σε μια εποχή πρωτοφανούς οικονομικής ύφεσης, είναι καταφανώς υπέρμετρη. Επιτείνεται άλλωστε εκ του λόγου ότι επιβάλλεται ταυτοχρόνως τόσο κύριος, όσο και συμπληρωματικός ΕΝ.Φ.Ι.Α., με συνέπεια να διαμορφώνεται συνολικά ένα δυσβάστακτο καταβλητέο ποσό, κατά παράβαση των ορίων της αρχής της αναλογικότητας. Πέραν όμως τούτου κι αν ακόμη θεωρήσει κανείς ότι το  ύψος της ακίνητης περιουσίας συνιστά επαρκή δείκτη της φοροδοτικής ικανότητας άνευ χρείας συνδέσεως με το εισόδημά του, τότε και πάλι διαπιστώνεται πρόδηλη αντισυνταγματικότητα, διότι οι σημερινές αντικειμενικές αξίες ουδεμία σχέση έχουν με τις πραγματικές. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλεται φόρος επί πλασματικής φορολογητέας ύλης, ο οποίος ασφαλώς δεν μπορεί να είναι συνταγματικώς ανεκτός. Κι όλα αυτά, παρά τη νόμιμη υποχρέωση της Πολιτείας να αναπροσαρμόζει ανά διετία τις τιμές των ακινήτων, ώστε να εναρμονίζονται με τα δεδομένα της κοινής πείρας και της συναλλακτικής πρακτικής. Η μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται την οικονομική εξόντωση των πολιτών, αλλά και την στρέβλωση της ελληνικής Κτηματαγοράς, αποτρέποντας τις προοπτικές της υγιούς ανάκαμψης της». 
«Διαπιστώνεται αντισυνταγματικότητα, διότι οι σημερινές αντικειμενικές αξίες ουδεμία σχέση έχουν με τις πραγματικές»

 
 ΕΡ: «Δεν είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη Κυβέρνηση αγνοεί σε ό,τι αφορά την φορολογική της πολιτική όχι  μόνο ζητήματα όπως το στοιχείο της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, αλλά και δικαστικές αποφάσεις που έχουν κατά καιρούς εκδοθεί κρίνοντας αντισυνταγματικά σκληρά μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος του ελληνικού λαού στο όνομα των μνημονίων. Εσείς τι προσδοκάτε ότι θα κερδίσετε με αυτή την παρέμβαση και ποια η θέση σας απέναντι σ΄ αυτήν την απαξίωση στις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης;».
ΑΠ: «Με την εν λόγω παρέμβασή μας εκφράζουμε δημόσια όχι μόνον την αντίθεσή μας προς τις ρυθμίσεις του ΕΝ.Φ.Ι.Α., αλλά επίσης απευθύνουμε πρόσκληση στους αρμόδιους φορείς για έναν διάλογο ουσίας που θα οδηγήσει σε μια σύμφωνη με το κράτος δικαίου νομοθετική αλλαγή. Με αυτή την προσδοκία θα συνεχίσουμε την προσπάθεια.
 Η Διοίκηση από την πλευρά της, όπως είναι αυτονόητο και θεμελιώδες σε ένα Δημοκρατικό Κράτος Δικαίου, οφείλει να σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις. Συμμόρφωση επιλεκτική, με έωλα κριτήρια στο όνομα δημοσιονομικών στόχων, δεν προβλέπεται εκ του Συντάγματος και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η πρόσφατη κωλυσιεργία - αν όχι απροθυμία - της Διοικήσεως να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. 2193/2014 απόφασης Του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκρινε ως αντισυνταγματικές τις περικοπές στο ειδικό μισθολόγιο των μελών των Ενόπλων Δυνάμεων, συνιστά θεσμική εκτροπή και δεν μπορεί να μην αξιολογηθεί αρνητικά. Οι αρμόδιοι φορείς της Πολιτείας καλούνται άμεσα να αποκαταστήσουν την ανωτέρω εκτροπή, άλλως το ζήτημα εκφεύγει του πλαισίου της διαφοράς μεταξύ Κράτους και μιας κατηγορίας πολιτών και διασαλεύει εν γένει την εμπιστοσύνη του συνόλου της κοινωνίας στην τήρηση των συνταγματικών αρχών και κανόνων, σε μια εποχή, που το βασικό ζητούμενο είναι η κοινή πίστη στην εθνική προσπάθεια για μια ορθολογική ανάκαμψη».
 ΕΡ: «Επικαλείστε στην επιστολή σας τον ρόλο του δικηγορικού σώματος ως θεματοφύλακα  της νομιμότητας και συμπαραστάτη στα δίκαια αιτήματα της κοινωνίας. Κι είναι γεγονός ότι αρκετές φορές στο μακρινό παρελθόν ειδικά ο ΔΣΑ και ως μεγαλύτερος επιστημονικός σύλλογος  είχε λάβει σημαντικές σχετικές πρωτοβουλίες. Εσείς τι σκοπεύετε να κάνετε άμεσα για να υποστηρίξετε δυναμικά την αντίδραση σας όχι μόνο στην επιβολή του ΕΝΦΙΑ αλλά και σε άλλα σοβαρά ζητήματα  που εγείρουν επίσης θέματα αντισυνταγματικότητας αλλά και παραβίασης και άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων; Οι δικαστές είναι στο πλευρό σας;».
    
ΑΠ: «Το Δικηγορικό Σώμα προτίθεται, όσον αφορά τόσο στον ΕΝ.Φ.Ι.Α., όσο και σε οποιοδήποτε άλλο φορολογικό μέτροπου υπερβαίνει τα όρια της νομιμότητας και της συνταγματικότητας και θίγει βάναυσα και αδικαιολόγητα την κοινωνία, να εκπληρώσει ακέραια το θεσμικό του ρόλο και να αναλάβει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, που θα άρουν και θα θεραπεύσουν τέτοιες παθογένειες. Ως εκ του ρόλου του, αφενός θα υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις, αφετέρου θα αναπτύξει όλο το νομικό οπλοστάσιο, ώστε να καταδείξει τους νομοθετικούς ακροβατισμούς και θα επιδιώξει να επιτύχει δικαστικώς την αποκατάσταση των ισορροπιών που χάθηκαν. Προς την κατεύθυνση αυτή θα κινηθεί τόσο κεντρικά, όπως έχει πράξει μέχρι σήμερα, ήτοι θα ασκήσει το ίδιο, διά των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και της Ολομέλειας αυτών, όλα τα προσήκοντα ένδικα βοηθήματα, αλλά, παραλλήλως, θα παρέμβει και θα συνδράμει κάθε ατομική προσφυγή στη Δικαιοσύνη, που θα εμφανίζει ποιοτικά χαρακτηριστικά (μακροχρόνια άνεργοι, πάσχοντες από βαρέα νοσήματα κ.λπ.), τα οποία προδήλως αναδεικνύουν την έλλειψη σχετικής πρόνοιας του νομοθέτη.
Βαρύνουσα σημασία έχει και η στάση των φορέων της δικαστικής λειτουργίας
  Στο πλαίσιο αυτό βαρύνουσα σημασία έχει και η στάση των φορέων της δικαστικής λειτουργίας. Ο μεταξύ μας διάλογος σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σεβασμού τόσο εκτός όσο και εντός των δικαστικών αιθουσών προβάλει ως επιτακτική ανάγκη, αφού δικηγόροι και δικαστικοί λειτουργοί, ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, συνιστούν πυλώνες του Κράτους Δικαίου και θεσμικούς παράγοντες διασφάλισης της νομιμότητας».

Bookmark and Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ας είμαστε ευγενείς στο σχολιασμό.

Recent Posts

free counters