Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 'Ανθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 'Ανθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Η Ομολογία


Ομολογώ την ήττα μου και σαν έντιμος άνθρωπος και πατριώτης -που λέω πως υπήρξα στη ζωή μου- γυρεύω να πληρώσω ακέραιο το λογαριασμό. Πόσο κοστίζει η ολοσχερής ήττα ενός Έλληνα ανθρώπου σήμερα; Μια ζωή; Έναν θάνατο; Ας φέρουν το λογαριασμό να ξελουρίσω όλες τις τσέπες της ζωής μου να αμειφθούν οι πιστωτές. Αυτό πράττω.


Κατεβαίνει τα σκαλιά χαρωπή-χαρωπή, σαν άγριο κατσίκι, κατά πως την έλεγε από μικρή ο πατέρας της. Ασανσέρ δεν παίρνει ποτέ. «Τρείς όροφοι όλοι κι όλοι, να γυμνάσουμε και λίγο το θεϊκό κορμί μας», αστειεύεται. Είναι φοιτήτρια πια. Δεν χωρατεύεται με τη ζωή. Έχει σκοπό να την αρπάξει απ’ τα μαλλιά, σαν να’ ταν καμιά πονηρή που πήγε να της φάει το γκόμενο.

Κανονικά, μονάχα η κατάσταση στο σπίτι τη βαραίνει. Άνεργος ο πατέρας, έκλεισε το μαγαζί και γυρνάει τώρα σαν το φάντασμα. Απ' το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα και πάλι πίσω. Τον βαριέται, μωρέ, έτσι που τον βλέπει. Κι οι μελαγχολικές μουσικές του, κάθε που βάζει κανά δίσκο στο παλιό του πικάπ! Φάλτσο στην αισιόδοξη φύση της. Μα τι να του πει; Παρηγοριές της πλάκας της φαίνονται κι αυτηνής τα λόγια της. Κι απ’ την άλλη, αν δεν ήταν η μάνα της στο δημόσιο, να τα κουτσοβολεύουνε, ούτε φαΐ που λέει ο λόγος δεν θα ‘χανε. Να και τώρα πάλι, τον άφησε να κοιμάται. Μεσημέρι κοντεύει κι αυτός κοιμάται! Όχι πως είναι κανας τεμπέλης ο πατέρας της. Προκομμένος άνθρωπος είναι. Μα προκοπή δεν είδε στη ζωή του και φαίνεται πως σ’ αυτή την ηλικία πια, όταν η αποτυχία χτυπάει την πόρτα, σέρνει μαζί και τη φίλη της, την κατάθλιψη.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας, το παραπεταμένο ειδοποιητήριο του ταχυδρομείου. Το σηκώνει από περιέργεια. Συστημένο δεν περιμένει. Από ποιόν άλλωστε;

Επαναλαμβάνει την ερώτηση στον εαυτό της.  Το όνομα της στη θέση του παραλήπτη. "Ελένη Δημητρίου".

Σκέφτεται την ουρά του ταχυδρομείου. Διστάζει, μα την τρώει κι η περιέργεια. Έχει λίγο χρόνο μέχρι να πάει στη Σχολή. Πετάγεται ως τα ΕΛ.ΤΑ. Δυό βήματα είναι, στο τέλος-τέλος.

«Ω, τι ευχάριστη έκπληξη!» την πειράζει η αδερφή της. Κι εκείνη περιμένει στην ουρά. «Καλέ, τί κάνεις εσύ εδώ;» της απαντά ψιθυριστά. «Εγώ έχω συστημένο, παρακαλώ. Εσύ τι κάνεις; Με παρακολουθείς παιδάκι μου;»

Απογοητεύεται η μεγάλη, η Γωγώ, και κατεβάζει τα μούτρα της. «Να δεις που θα ‘ναι καμιά μαλακία, διαφημιστικό και στηθήκαμε τζάμπα στην ουρά». «Μικρό, δεν κάθεσαι στην ουρά εσύ, να την «κάνω» εγώ που έχω και ραντεβού;» πάει να στριμώξει τη μικρή, ως συνήθως. Μα η μικρή επιμένει ναζιάρικα. «Έλα ρε Γωγούλι, κάτσε να μου κάνεις παρέα. Ορίστε, να, τρία νούμερα μείνανε κι έφτασε κι η σειρά μας!». «Καλά, καλά, άντε να περιμένουμε μαζί», της λέει βαριεστημένα.

Περιεργάζονται λίγο το φάκελλο απ’ έξω κι ύστερα σπρώχνουν τα δάκτυλα τους στο χάρτινο σώμα του, ίδια όπως μικρές τις μάθαινε ο πατέρας τους να ξεφλουδίζουν τα μανταρίνια.

Γεμίζουν δάκρυα, λες και παίζουν ακόμη εκείνο το παιχνίδι με τις φλούδες των μανταρινιών.      

Τα χέρια τρέμουν στο κράτημα αυτού του χαρτιού. Κι ακούγεται ο ήχος σαν από χαρουπιά καθώς χτυπάει τα «χεράκια» της, στον αέρα, με απόγνωση. Πώς κόβουν έτσι τα χαρτιά καμιά φορά; Πονούν τα χαρτιά.

«Δεν έχω άλλον λόγο να σταθώ έτσι όλος προσοχή μπροστά σας με τούτο το ξερό κομμάτι χαρτί, παρά μονάχα πως είσαστε οι θυγατέρες μου και σε σας, λέω, πως χρωστώ μιαν εξήγηση για ετούτη την πράξη μου. Ίσως και στο Θεό, μα με κείνον θα λογαριαστούμε αργότερα.

Η αλήθεια είναι πως κανείς άλλος δεν βάσταξε να αγγίξει ούτε λεπτό, ό,τι εγώ θεωρούσα φορτίο μου. Κι αν τώρα λογαριάζομαι για αδύναμος, ας ψάξουν τις τσέπες της σάρκας τους, όσοι περνιούνται για ανθεκτικοί στην κοινωνία του σήμερα. Ας μετρηθούμε με δαύτους στο πάχος της πέτσας μας.

Ομολογώ, λοιπόν, ενώπιον του χάρτινου αυτού εδωλίου και των ματιών σας, που τόσο αγάπησα στο πρώτο αντίκρυσμα τους. Ομολογώ ενώπιον των αγγιγμάτων που αξιωθήκαμε σαν πατέρας με κόρες. Ομολογώ ενώπιον των κοριτσίστικων μυστικών που σεις πρώτες ψιθυρίσατε. Ομολογώ ενώπιον των αγωνιών που με αγκαλιασμένα χέρια ζωγραφίσαμε μαζί στις ατέλειωτες παιδικές σας νύχτες. Ομολογώ, ακόμη, ενώπιον της αυστηρότητας που η πατρική μου αγάπη πρόσταξε κάμποσες φορές. Ομολογώ στις μικρές μας νυχτερινές συζητήσεις στην άκρη κάθε καλοκαιριού. Ομολογώ στα χάδια στα μαλλιά. Ομολογώ στα ακριβά φιλιά στο μέτωπο.

Ομολογώ, πως δεν κατάφερα να αντισταθώ στην κρυφή γοητεία της εγκατάλειψης. Το λέω έτσι, ίσως γιατί ακόμη και τώρα μου είναι δύσκολο να ομολογήσω πως δεν τα κατάφερα. Κι αν τύχει και δείτε το κορμί μου να κρέμεται από τον πρόχειρο ιστό στο μαγαζάκι του πατέρα -καθώς λέγατε- μην μπερδευτείτε με την ορθοστασιά. Ένα τσακισμένο σαρκίο απέμεινε, διπλωμένο σε δεκάδες κομμάτια, που απλά ο θάνατος ξετσαλάκωσε για στερνή φορά.

Ομολογώ την ήττα μου και σαν έντιμος άνθρωπος και πατριώτης -που λέω πως υπήρξα στη ζωή μου- γυρεύω να πληρώσω ακέραιο το λογαριασμό. Πόσο κοστίζει η ολοσχερής ήττα ενός Έλληνα ανθρώπου σήμερα; Μια ζωή; Έναν θάνατο; Ας φέρουν το λογαριασμό να ξελουρίσω όλες τις τσέπες της ζωής μου να αμειφθούν οι πιστωτές. Αυτό πράττω.

Ομολογώ έναν θάνατο «από», στη θέση μιας ανύπαρκτης ελευθερίας «για να».
Γνωρίζετε εσείς παιδιά μου, πως στη μακρυά σειρά όπου ο καθείς αρπάζει το κρυμμένο πορτοφόλι του μπροστινού του, εγώ δεν μπήκα ούτε στιγμή. Ούτε γράφτηκα στις σχετικές λίστες αναμονής των κομμάτων, των εταιρειών και των δημοσίων σχέσεων.

Ένα μαγαζάκι μοναχά απόχτησα, ίσα για να κουτσοβολεύω τον έρωτα μου στην ανθρώπινη απελευθέρωση και σε σας. Ένα μαγαζάκι μπας και καταφέρω να  διατηρώ την ελευθερία στη σχόλη και στη σχολή μου. Ένα μαγαζάκι να βολευτεί το αυτόνομο «είναι» μου. Ένα μαγαζάκι και πέσανε χίλια τσακάλια για να λεηλατήσουνε τα λιγοστά έχει του. Ήρθαν καλόγνωμοι –έτσι μου φάνηκαν- κλητήρες να γυρέψουνε τα ράφια και το εμπόρευμα. Κι αντάμα τους δικολάβοι και χωροφυλάκοι να μαγαρίσουνε στα χαρτιά τους το όνομα μας. Ότι, λέει, τους οφείλουμε. Ήρθαν οι άνθρωποι του κράτους, του Ελληνικού λέει, να γυρέψουνε τους φόρους, ότι το κράτος έπεσε έξω. Ήρθαν ιδιοκτήτες όλο αγανάκτηση, γυρεύοντας να πληρωθούνε, όχι τόσο με λεφτά, μα με την δική μου αναξιοπρέπεια. Λες κι ο δικός μου ευτελισμός θρέφει τις καταθέσεις τους. Ήρθαν κι οι τράπεζες να αρπάξουνε ό,τι προλάβουνε κι αυτές. Μέχρι κι οι πελάτες τώρα βρήκανε να ‘ρθουνε...να διαμαρτυρηθούνε ότι δεν έχω εμπόρευμα για να αγοράσουν.

Κι η ίδια η πατρίδα, που χρόνια τώρα τη βλέπω να καμαρώνει μονάχα στις μεγάλες λεωφόρους και στις τηλεοράσεις, σφύριξε αδιάφορα, αν βρέθηκε ποτέ στο στενό του μαγαζιού μου.

Κι’ έτσι, ταχύτατα το άδειο των ραφιών έριξε τη σκιά του στην ζωή μου. Αυτό το ίδιο άδειο που ελπίζω σε λίγο να μη φωλιάζει και στα ντουλάπια της κουζίνας μας. Ντρέπομαι να το πω, μα τούτες τις άγριες στερνές στιγμές ομολογώ πως μ’ όλες οι στερήσεις της ζωής μου, δεν φτάνω πια να θρέψω δυό ψυχές που την ευθύνη τους, εγώ σαν πατέρας, ανέλαβα.

Ομολογώ την ήττα μου. Την ήττα του προσώπου μου, των ιδεών μου και του τρόπου μου. Η ανταμοιβή μου ήτανε τυλιγμένη σ’ ένα χαρτί κατάσχεσης. Τι ειρωνεία! Εν ονόματι, λέει, του Ελληνικού λαού!

Γι’ αυτό, ευχή σας αφήνω, τις μέχρι τώρα συμβουλές μου, όλες να πετάξετε μακριά σας. Τουναντίον, σας συνιστώ να διεκδικήσετε με μανία και παντοιοτρόπως το οικονομικό αποτέλεσμα. Με κάθε τρόπο και μέσο. Η ηθική είναι το άλλοθι των αφελών, θα σας πουν και δικαίως. Η ελευθερία είναι ανταλλάξιμο μέγεθος. Διεκδικήστε το μέγιστο ποσό για την εκχώρηση της. Εγκαταλείψτε κάθε δημιουργική πρωτοβουλία και παρασυρθείτε στο ρεύμα που κυριαρχεί γύρω σας. Διοριστείτε, αξιοποιώντας ακόμη και την πιο φτηνή εκδοχή σεξουαλικότητας.

Χαλαρώστε απολαμβάνοντας τις μεσημεριανές εκπομπές στην τηλεόραση. Αφεθείτε στην πρωινή ραστώνη της αργοσχολίας παρακολουθώντας κάποιο πρωϊνάδικο. Καταχωνιάστε τις εσώτερες αγωνίες της ψυχής σας στα τουρκοσήριαλ. Δηλώστε συμμετοχή στα τηλεπαιχνίδια των ταλέντων και ουρλιάξτε το όνομα του ειδώλου που σας διασκεδάζει. Απαλλαγείτε κι εσείς από τις όποιες αμφιβολίες για τις ικανότητες σας, παρακολουθώντας τους απόκληρους που βγάζουν τους πόνους τους στα καφενεία και στις τηλεοράσεις. Ανακαλύψτε τον μέιν στρίμ και  κούλ εαυτό σας, σε κάποιο απελευθερωτικό ριάλιτι. Αν τρομοκρατηθείτε στο δελτίο ειδήσεων, καθησυχάστε στην συνηγορία των θεραπαινίδων του συστήματος. Ευτυχώς, αυτός ο τρόμος δεν σας αφορά. Κάντε τη ζωή σας κανονική.

Διαβάστε κάποια σκανδαλοθηρική εφημερίδα, ως υποκατάστατο της πρωινής κοινωνίας με τη φίλη σας. Διαβάστε ακόμη τα φρί πρές για να σπάσετε οριστικά τα στερεότυπα των πατεράδων σας, που για χρόνια σας καθήλωναν άουτ. Απολαύστε τον πρωϊνό σας φρέντο, μελετώντας -ας πούμε- οικονομικές εφημερίδες. Κάντε τη ζωή σας κανονική.

Οργανώστε το πρώτο φθινοπωρινό σας γουίκ έντ με καλούς φίλους στην Αράχοβα. Εκτονωθείτε στο πρωτοτράπεζο κάποιου σκυλάδικου και λατρέψτε τη νέα Ελληνίδα θεά της βλαχοπόπ. Α, ναι, μην ξεχάσετε να ανεβάσετε στο άι φόν όλα τα μουσικά κομμάτια της.

Επιτέλους, κάντε και καμιά βόλτα στα πρωινά μαγαζιά του Κολωνακίου και συνοδέψτε τον άντρα της ζωής σας στα εδεμικά τους σπήλαια. Τη νύχτα, γιατροπορέψτε το ανοργασμικό του κορμιού σας με αναρίθμητα σφηνάκια στο Γκάζι. Απολαύστε τη ζωή σας κανονικά.

Σταθείτε στην ουρά των στοιχημάτων για την προσμονή του εύκολου πλουτισμού ή κάντε την επανάσταση στο αδυνάτισμα.

Ερωτευτείτε σφοδρά το αποστειρωμένο πρόσωπο κάποιου κυρίου Υπουργού ή τη στυφή αποφασιστικότητα των τροϊκανών.

Χαραμίστε κάποιες Κυριακές για δενδροφύτευση παρέα με τους ευαίσθητους οικολόγους του κατάλληλου τηλεοπτικού σταθμού. Λησμονήστε τα λίγα ελληνικά σας, επικοινωνώντας στην κατάλληλη γκρίνγκλις γλώσσα με τους κατάλληλους ανθρώπους. Κάντε τη ζωή σας λίγο πιο κατάλληλη.

Λυπάμαι σήμερα που εγώ δεν τα έπραξα όλα αυτά σαν σώφρων, που λένε, οικογενειάρχης. Και βρέθηκα, τώρα, ηττημένος, να κοιτώ τα άδεια ράφια. Εδώ στο μαγαζάκι του πατέρα. Δεν έχω παιδιά μου άλλο μερτικό ψυχής να το ξοδέψω για να αναστήσω και να αναστηθώ. Τώρα που όλα τα όνειρα ματαιωθήκανε οριστικά κι η αξιοπρέπεια μου σέρνεται γυμνή στο πάτωμα, περιπαίζοντας τα γκρίζα ίχνη που άφησαν οι κατασχεμένες προθήκες. Τώρα, που έτσι αίφνης μου φάνηκε πως και η ίδια η πατρίδα, κατάντησε κι αυτή σαν το λεηλατημένο μαγαζάκι μου. Δεν υπάρχει πια απάγκιο να βαστηχτούν οι άνθρωποι του καιρού μου.

Γι’ αυτό, ομολογώ την ήττα μου και σας αποχαιρετώ με μια μοναχά παράκληση. Αν κάποια στιγμή οι αγωνίες σας γίνουν ιδέες και προτάσεις για το αύριο, κρύψτε τις στη πιο βαθιά γωνία της καρδιάς σας.  Αν ο νους σας σπαρταράει για λευτεριά, φυγαδέψτε αυτές τις σκέψεις σας. Κι αν το είναι σας συγκινείται ακόμη στο χώμα που πατάει το κορμί σας, λουφάξτε τις δονήσεις ανάμεσα στα στήθια σας. Κι αν όλα ετούτα, τα όμορφα κι αληθινά, σας πέσουνε κανά βράδυ του χειμώνα αλλόκοτα περίσσια, στείλτε τα κατά κει πάνω που θα αναπαύεται ο πατέρας σας. Θα είναι κι αυτό μια κάποια παρηγοριά. Να προσέχετε η μία την άλλη και οι δυο τη μάνα σας. Σας γλυκοφιλώ. Ο πατέρας σας».

Δεν μπορούν να πιστέψουν αυτό που διαβάζουν και μένουν αγκαλιασμένες κι οι δυό, εκεί, σε μια γωνία του ταχυδρομικού γραφείου. Πώς έγινε «αυτό»; Μα πώς; Κανονικά, δεν μπορεί να έγινε «αυτό». Πριν λίγο ήταν σπίτι και κοιμότανε. Κανονικά, ήταν σπίτι και κοιμόταν. Ο πατέρας ήταν κανονικά σπίτι και κοιμόταν. Δεν μπορεί να έγινε «αυτό».
Οι υπάλληλοι κι οι άλλοι στην ουρά ανησυχούν και τρέχουν περίεργοι κι αλαφιασμένοι.
Πίκρα στο στόμα, σκέτη, σα φαρμάκι. Βουβά μάτια. Μαραμένα τα χέρια. Πώς να βρουν τα πλήκτρα στο κινητό, να πάρουν ένα τηλέφωνο; Τρέμουν τα κορμιά, γυμνά έτσι στη μέση του κόσμου. Και το τηλέφωνο που χτυπάει αδιάφορο, δίχως απάντηση, σαν το βόμβο στα γκισέ του ταχυδρομείου. Τρόμος και δεκάδες σκέψεις κουβάρια. Τι να πεις στη μάνα; Πώς και τι;

Τρέξιμο στους δρόμους, αναστεναγμοί και κλάματα. Μύξες και δάκρυα ανάκατα με αδιάφορους περαστικούς που ενοχλούνται όταν πέφτεις επάνω τους. Πώς μπορεί να ενοχλούνται; Πώς μπορεί να μην ενοχλούνται;   Πώς γίνεται όλα να είναι τόσο ενοχλητικά κανονικά;

Μια γερή ρουφηξιά θανάτου καίει τα πνευμόνια. Πώς να πάρεις ανάσα; Πώς να σταθείς ανενόχλητος κανονικά;

Το μαγαζί από απέναντι έρχεται κατά πάνω τους να τις καταπιεί. Μια τεράστια τρύπα με τις σκισμένες αφίσες να καλύπτουν πονηρά το άνοιγμα της. Το «ενοικιάζεται», κόκκινο σε κίτρινο φόντο, στέκει κρεμασμένο. Στα σκονισμένα τζάμια οι χούφτες γίνονται κιάλια. Να βρεθεί μια σχισμή καθαρού γυαλιού να ελέγξεις το εντός. Ο ήλιος σκαρώνει παιχνίδια με τις ανακλάσεις και τις σκιές. Κόκκινες, σε κίτρινο φόντο. Τίποτα. Μονάχα παραπεταμένοι λογαριασμοί και σκουπίδια. Ένα κανονικό, άδειο μαγαζί, κόκκινο σε κίτρινο φόντο.

Κι ύστερα, δώσ' του πάλι δρόμο για το σπίτι. Να προφτάσεις το κακό. Να το ξορκίσεις. Σα δρομέας σ’ έναν αγώνα με το θάνατο. Μη τύχει και προλάβει και βγει αυτός πρώτος και κόψει αυτός το νήμα.

Χτυπήματα στο κουδούνι. Ανελέητα. Πεισματικά. Κι εκείνο το άτιμο να κάνει πως δεν ακούει την αγωνία της ψυχής. Δεκάρα δεν δίνει το κωλοκούδουνο. Το ίδιο αυτό κουδούνι που είχε χτυπήσει τόσο χαρωπά όταν γύριζες απ’ το σχολειό έχοντας προβιβαστεί την τάξη, όταν πέρασες στο πανεπιστήμιο! Το ίδιο κουδούνι που έκανε τον ήχο του διακριτικό όταν γύρισες αργά και είχες ξεχάσει τα κλειδιά σου. Τώρα κουβέντα. Ούτε μια φωνή στη βιάση σου «τώρα, τώρα, ανοίγω». Σιωπή. Το κωλοκούδουνο!

Με τα χίλια ζόρια βρίσκεις το κλειδί. Δεν θες να δεις καμία εικόνα. Κλείνεις τα μάτια να μη δεις. Κάνεις αιώνες να πας απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο. Ένα κανονικό σπίτι κι εσύ θες χρόνια για να περπατήσεις. Μα τι κάνεις, μπουσουλάς; Είσαι μωρό, παιδάκι μου;
Δεν ξέρεις καν αν φωνάζεις. Αν ακούγεσαι. Κανονικά ναι. Αλλά ποιά κανονικά τώρα;
Ανασηκώθηκε αυτός κάπως στο κρεββάτι κι έτριψε τα νυσταγμένα μάτια του, σαν να ήθελε να καταλάβει που βρισκότανε. Τι ήταν ετούτες οι φωνές; Τον είδαν οι θυγατέρες του έτσι στο κρεββάτι και ντράπηκε. Μέρα μεσημέρι κι αυτός να κοιμάται ακόμη!  Μα, έτσι κι αλλιώς, σήμερα είχε πάρει την απόφαση του. Να πάει στο διάολο. Να ξεμπερδεύει πια. Σήμερα ήτανε η μέρα που είχε αποφασίσει. Είχε στείλει από χθες και τις επιστολές του. Όσο και να ‘τανε αύριο-μεθαύριο θα τις λαβαίνανε. Αν δεν αργούσε, ως συνήθως, το ταχυδρομείο.

Τον κοιτούν στα μάτια, μετέωρα στην αρχή κι ύστερα ορμούν στο κρεββάτι. Ένα κουβάρι όλοι μαζί, πατέρας και κόρες, λες και ξαναβρίσκονταν μετά από χρόνια.
Μα φοβούνται την αντίδραση του. Δεν τα κατάφερε. Για μια ακόμη φορά, ίσως ακόμη και στη στερνή του φορά, δεν τα κατάφερε. Αυτός το τύπος λες και είχε τσακωθεί με τ’ αποτέλεσμα. Γελάς πονηρά από μέσα σου. Ολόκληρη η ζωή του μια εξαντλητική προσπάθεια δίχως αποτέλεσμα. Έτσι όπως έγραφε και στην επιστολή του. Τι να του πούνε; Πως για πρώτη φορά στα ταχυδρομικά χρονικά, ένα συστημένο παραδόθηκε την επόμενη μέρα της αποστολής του;  Ευτυχώς! Το Ταχυδρομείο, ευτυχώς, δεν λειτούργησε κανονικά.

«Λοιπόν, έκανε το μικρό. Έχω μια ιδέα. Μπαμπά, θα σηκωθείς, θα ξυριστείς, θα γίνεις όμορφος άντρας, όχι ότι δεν είσαι τώρα δηλαδή, του έκλεισε το μάτι με πονηράδα και θα πάμε να πιούμε ένα σούπερ καφέ! Σήμερα, θα σε βγάλουμε έξω εμείς!
Εκείνος σκέφτεται πως έχει δικαίωμα να ευχαριστηθεί έναν τελευταίο ωραίο καφέ με τα παιδιά του, έτσι όπως συνήθιζαν να κάνουν παλιά τις Κυριακές. Κάνει πως δε θέλει, για τα μάτια του κόσμου, και συμφωνεί, δήθεν βαριεστημένα. Η καρδούλα του το ξέρει πόσο πολύ τον θέλει αυτόν τον καφέ. Σαν μικρό παιδί που το βγάζουνε επιτέλους βόλτα.

Τον τραβούν απ’ τα μανίκια. Η μιά απ’ το ένα κι η άλλη απ’ το άλλο, σα γέρικο καράβι που το ρυμουλκούν να το ρίξουν ξανά στη θάλασσα. Σαν πεθαμένο, που γυρεύουν με το στανιό να τον αναστήσουν. Τον πηγαίνουν ως το μπάνιο και τον στήνουν μπροστά στον καθρέφτη. Βλέπει το μούτρο του και σαν να τρομάζει κι αυτός. Του πλένουν το πρόσωπο. Αντίδωρο στα πρωϊνά τους ξυπνήματα όταν ήταν παιδιά. Τον γεμίζουν αφρούς και σαπουνάδες, να μαλακώσουν τα άγρια γένια του, να φύγει κάπως κι η σκληράδα της ζωής. Παίρνουν δυό ξυραφάκια και τον ξυρίζουν σαν να ‘τανε σε μπαρμπέρικο πολυτελείας. Η μια το ένα μάγουλο κι η άλλη το άλλο. Κι όλο του κάνουνε αστεία, τον πασαλείβουνε με σαπουνάδες.  Όπως όταν ήτανε μικρές, παριστάνουν πως ξυρίζονται κι αυτές δίπλα του.

Του αγοράζουν και ένα άφτερ σέιβ, βάζουν στα χέρια τους  και του χαϊδεύουν το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο. Κι όσο τον καίει το οινόπνευμα, τόσο τον γλυκαίνει το χάδι. Κοιτάει ξανά στον καθρέφτη. Βλέπει έναν άλλο άνθρωπο, με δυό όμορφα κοριτσόπουλα δεξιά και αριστερά του. Τον καμαρώνουν κι αυτές. Του χτενίζουν τα άσπρα μαλλιά.

«Μεγάλε, σήμερα είναι η μέρα σου να χτυπήσεις κανά γκομενάκι, κούκλος είσαι», τον πειράζει η μεγάλη. Αυτός χαμογελάει. Κορδώνεται κάπως. Το μπόϊ του φαίνεται τώρα ολόκληρο. Είχε μικρύνει τον τελευταίο καιρό.

Περπατούν αγκαζέ κι οι τρεις. Τον βαστούν παραμάσχαλα, σαν φύλακες της ζωής που κρατάνε σφιχτά έναν δραπέτη. Μην και τους φύγει και το σκάσει. Μη σκάσουνε. 
Κάθονται στις πολυθρόνες. Ο ήλιος σκάει κι αυτός και τους δένει όλους μαζί. Τους περνάει τις αχτίδες του αντικαταθλιπτικές χειροπέδες.

Βάζει τα μαύρα του γυαλιά, του ηλίου. Για να κρύψει τα μάτια του από ντροπή.  Πίνει μια γουλιά καφέ. Γεμίζει με αρώματα και γεύσεις. Ξαναρουφά, και του ‘ρχεται να κάνεις μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι. Να φυσήξει ανάποδα τη ζωή. Φου να της κάνει να πέσει κάτω. Η ζωή με τις μπουρμπουλήθρες της.

«Έκανα μια βλακεία. Μεγάλη βλακεία», μουρμουρίζει μέσα απ’ τα δόντια του. «Τί πήγα να κάνω, ο ηλίθιος», συνεχίζει. «Σας έχω στείλει κι ένα γράμμα. Αύριο, μεθαύριο, θα το λάβετε συστημένο. Μη δώσετε σημασία. Βλακείες. Μπουρμπουλήθρες.»

Τα δυό κορίτσια κοιτάζονται σαν δήθεν να απορούν. «Τί γράμμα; Τι βλακείες; Πάλι καμιά γκομενοδουλειά θα έχεις σκαρώσει ε; Κακομοίρη  μου, αν το μάθει η μαμά, εμάς μη μας υπολογίζεις. Θα τα βγάλεις πέρα μόνος σου», κάνουν πως τον φοβερίζουν.
Δεν του λένε κουβέντα. Ούτε για το γράμμα, ούτε για την αγωνία που πέρασαν. Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τι ήθελε να τους πει. Φτάνει που ήτανε καλά.
«Λοιπόν, εγώ λέω αυτόν τον καφέ να τον καθιερώσουμε. Ε, μπαμπά; Πώς το έλεγε αυτό ο Καμύ; Θα πιούμε καφέ ή να αυτοκτονήσω;».

«Άσε μας ρε μικρό, έμαθες και τον Αλμπέρ Καμύ», γελάει η μεγάλη και δαγκώνεται μην προδοθεί.

Γελάει κι αυτός. Σαν κάτι να κατάλαβε, μα πάλι δεν ήταν βέβαιος. Ένα δάκρυ του κυλάει και σκάει μές στις μπουρμπουλήθρες του καφέ. «Τί καλό που κάνει ένας καφές», σκέφτεται... 



Στη μνήμη του Δ. Χριστούλα που «μας άφησε» στις 04.04.2012, επιλέγοντας έναν θάνατο «για να», παρά έναν θάνατο «από». 

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τον Νυμφώνα σου βλέπω...


Τι να γράψεις για την Μεγάλη Εβδομάδα όταν η ζωή σου πνίγεται σε μια μικρή πεζότητα. Πώς να προσεγγίσεις τα Μεγάλα όταν νιώθεις τόσο μικρός; Πώς να μιλήσεις για την όντως χαρά όταν φυλλομετράς δάκρυ και αίμα στο ημερολόγιο της ψυχής σου; 
Μήπως όμως μονάχα μέσα από την ταπείνωση, την επίγνωση, τα αδιέξοδα και τις καταστροφές μπορείς να εισέλθεις στον Νυμφώνα Του;
Γιατί αυτό τελικά που θα ανοίξει την θύρα του ουρανού δεν θα έχει σχέση με τις αρετές μας. Ούτε με τις υπόγειες διαδρομές στα ναρκισσιστικά παιχνίδια του εγωκεντρισμού μας και ας έχουν το προφίλ της «πνευματικότητας». Το μυστικό του ουρανού είναι μια τέχνη που την γνωρίζουν μονάχα οι ταπεινοί. Είναι απλό μα θέλει τσακισμένο εγωισμό .Είναι σοφό μα θέλει να είσαι  «μωρός» .Είναι για τους πιστούς μα όχι για αυτούς που κάνανε την πίστη εγγυήσεις και ιδεολογία. Είναι μια γλώσσα μυστική που δυο είδη ανθρώπων την γνωρίζουν στην ζωή , οι Άγιοι και οι πολλοί αμαρτωλοί, άλλωστε για να ΄΄ φτάσεις στον παράδεισο πρέπει να πάρεις φόρα από τον πάτο της κόλασης...΄΄ ή να είσαι στον προσωπικό σου ΄΄Άδη και να μην απελπίζεσαι (Άγιος Σιλουανός του Άθω).
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι γι΄ αυτούς που αισθάνονται ισχυροί, που ζαλίστηκαν στην αλαζονεία της δήθεν αρετής τους, στην δύναμη της εξουσίας τους και των «κατορθωμάτων» τους. Δεν είναι γι΄ αυτούς που έμειναν πιστοί στα «έθιμα» και τις «παραδόσεις» μιας θρησκευτικής σύμβασης.Από τότε που πάψαμε να «μετράμε την ποιότητα της ζωής με την χαρά της Γιορτής…» να μεταμορφώνουμε τον πόνο σε προσευχή, τους καημούς και τα μεράκια της υπάρξεως μας σε τέχνη, δεν μπορούμε να βιώσουμε την Μεγάλη Εβδομάδα. Γιατί για να βιώσεις την Μεγ. Εβδομάδα πρέπει με πνευματικό θάρρος να ομολογήσεις «ότι στα δάκρυα της Μαγδαληνής είδες τα δάκρυα σου..».

π.λίβυος 

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Επιστροφή από το Μέλλον

Η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αδυναμία ελέγχου της ζωής και η αβεβαιότητα για το μέλλον, προκαλούν βαθύ ψυχικό πόνο και απόγνωση.
Είναι βέβαιο ότι η τρέχουσα γενικευμένη κρίση -που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά κατά την άποψη μας είναι πρώτα και κύρια υπαρξιακή- επηρεάζει και την, λεγόμενη, ψυχική υγεία του πληθυσμού αυτού του έρμου τόπου και μάλιστα με δυο αλληλοτροφοδοτούμενους τρόπους. Από την μια πλευρά, εξασθενεί τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της ψυχικής υγείας και από την άλλη ενισχύει δραματικά τους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών.
Η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα, η τρέχουσα κρίση, υποθηκεύει περαιτέρω το έτσι ή αλλιώς τραυματισμένο -από την παρασιτική μεταπολίτευση- υπαρξιακό υπόβαθρο της ελληνικής συλλογικότητας.

Και μπορεί λογής-λογής νεοφιλελέδες να παριστάνουν ως υπερβολικά ή δημαγωγικά τα περί ανθρωπιστικής κρίσης, βολεμένοι στην ατομική αυτασφάλιση των Βορείων Προαστίων, όμως η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αδυναμία ελέγχου της ζωής και η αβεβαιότητα για το μέλλον όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού, είναι βέβαιο ότι προκαλούν βαθύ ψυχικό πόνο και απόγνωση.

Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να πει κανείς ότι, με τούτα και με τ’ άλλα, μέσα σε κάτι περισσότερο από μισό αιώνα βίου, η ελληνική κοινωνία μετασχηματίστηκε από κοινωνία ανθρώπινων δημιουργικών προσώπων σε άθροισμα απογνώσεων.
Με άλλα λόγια, απ’ τον Ελύτη και τη γενιά του ’60 στον Μπογδάνο και στη γενιά των Χίπστερ, μια χούντα, ένα ΠαΣοΚ και δύο μνημόνιο δρόμος.

Όμως το καπάκι στην κατσαρόλα της απόγνωσης ήταν η διαρκής, άδικη -και συνεχιζόμενη μάλιστα ως και σήμερα- ενοχοποίηση των πολιτών για την κατάσταση τους. Ενοχοποίηση που κατά την προσφιλή γκεμπελσιανή τακτική εστίαζε μεν σε υπαρκτές αδυναμίες, απέκρυπτε δε το απόλυτα διαφορετικό μέγεθος της ευθύνης του καθενός. Το «όλοι μαζί τα φάγαμε», έβαζε στο ίδιο καλάθι τον κάθε oλιγάρχη με τον «τυροπιτά» που δεν έκοψε μιαν απόδειξη. Και αυτό για να δοθεί το νομιμοποιητικό κοινωνικά άλλοθι να πληρώσει για μια ακόμη φορά, και πάλι, και μόνον, ο τυροπιτάς.

Η «Λογική» αυτή, καθιστώντας τον Λαό αποκλειστικά υπεύθυνο για την κατάσταση του, δεν αύξανε μόνο την ενοχοποίηση και την εξ’ αυτής παθητικότητα και αδράνεια του κοινωνικού σώματος, αλλά οδηγούσε στην αντίληψη ότι ο Ελληνικός Λαός συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση, εντελώς διαφορετική, από τους υπόλοιπους προοδευμένους λαούς της Ευρώπης. Τα χρόνια στερεότυπα περί της τουρκοκρατίας, των λαμπρών φώτων της εσπερίας, του ελλείμματος Διαφωτισμού και η συναφούς Κοραϊκής υστερίας των Γρεκογάλλων κ.λπ., υιοθετημένα εν πολλοίς και από μέρος της αριστερής διανόησης, έγιναν το πρόσφορο έδαφος για την σπορά της αποικιοκρατίας. Σπορά, που δεν παρήγαγε τίποτα άλλο, παρά αισθήματα μειονεξίας, ανικανότητας και ενοχής από τη μια, και  διαιώνιση της εξάρτησης και της αποικιοκρατικής διείσδυσης, από την άλλη.

Παραβλέπαμε έτσι, το γεγονός, ότι η κρίση στην Ελλάδα «Είναι ο Καπιταλισμός Ηλίθιε». Ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι μέρος της Ευρωπαϊκής και αποτέλεσμα της διεθνούς κρίσης που ξέσπασε το 2008. Ότι και άλλες καθ΄όλα ευρωπαϊκές χώρες, ή μάλλον εφάμιλλες των καλυτέρων ευρωπαϊκών, που έλεγε η παλιά διαφήμιση, έχουν και αυτές σοβαρότατα προβλήματα, ακόμη και σήμερα, άσχετα αν το ιερατείο των Βρυξελλών επιλέγει να τα βάζει κάτω από το χαλί. Ας αναζητήσει ο αναγνώστης αναλύσεις έγκυρων οικονομολόγων για την πραγματική κατάσταση του σαξές στόρυ της Πορτογαλίας ή την αληθή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της Αυστρίας ή ακόμη και της μοντέρνας Σουηδίας. Για να μην αναφέρουμε τις γνωστές πυρηνικές βόμβες χρέους όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ισπανία. Όπως έχουμε ξαναγράψει, το χρέος της περιφέρειας εκτρέφεται από τις Βρυξέλλες, για να θρέφει το Γερμανικό Μολώχ. Όταν δεν θα έχει πια τι να φάει, θα κατασπαράξει τον ίδιο του τον εαυτό.

Όλα αυτά συμβάλλουν στη δραματική αύξηση της ψυχιατρικής νοσηρότητας, αρκεί να συνυπολογίσει κανείς έγκυρη έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ που συναρτά την αυτοκτονικότητα με την ανεργία, υπολογίζοντας ότι κάθε 1% αύξηση της ανεργίας, συνεπάγεται τουλάχιστον 0,8% αύξηση των αυτοκτονιών. Τεκμηριώνεται έτσι, εντελώς «ψυχρά» και επιστημονικά, ότι η αύξηση της ανεργίας από το 8% του 2008 στο 27% του 2013, είναι η αιτία αύξησης των αυτοκτονιών κατά 15%. Και αυτό με μόνο αίτιο την ανεργία, γιατί η οικονομική κρίση προφανώς «παράγει» και άλλα αίτια αύξησης του δείκτη αυτοκτονιών. Αυτό είναι μόνο ένα πρώτο, και μη αμφισβητούμενο, τραγικό αποτέλεσμα της πολυεπίπεδης κρίσης. Με την τραγική μάλιστα παρένθεση ότι αυτό το 15% αύξησης των αυτοκτονιών, είναι 100% απώλεια για τους συνανθρώπους αυτούς, αλλά και τις οικογένειες τους. Η ζοφερή συνολική πραγματικότητα είναι ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών έχει αυξηθεί από 2,8 ανά 100.000 πληθυσμού το 2008, σε 8  το 2014.

Η πιο πρόσφατη εθνική επιδημιολογική έρευνα δεν δείχνει όμως μόνο υψηλή συσχέτιση ανάμεσα στην εκδήλωση επιθυμίας θανάτου και στην ανεργία, αλλά και στην εμφάνιση σοβαρής ψυχοπαθολογίας και ανεργίας. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή 1 στους 6 Έλληνες (ηλικίας 18-70 ετών) έχει ήδη αναπτύξει κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία. Πρόκειται για 1.200.000 ανθρώπους. Και το ακόμη πιο σοβαρό: το 75% αυτού του πληθυσμού δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία.

Δεν είναι η στιγμή για αστεία, αλλά όταν μια χώρα έχει για Υπουργό Υγείας τον κάθε Γεωργιάδη, που περικόπτει τις κοινωνικές δαπάνες για την υγεία, ακριβώς όταν οι απαιτήσεις γι’ αυτήν αυξάνονται, αυτό το στατιστικό αποτέλεσμα μοιάζει φυσικό...
Όμως τα πιο δύσκολα δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.

Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, μέσα σ’ αυτήν την αίσθηση απόγνωσης, αναπτύσσονται ψυχοσυναισθηματικά οι αυριανοί ενήλικες. Τα παιδιά των απελπισμένων οικογενειών του σήμερα, θα οικοδομήσουν την κοινωνία του αύριο. Ας θέσουμε προκαταβολικά και τις δύο αυτές λέξεις, οικοδόμηση και κοινωνία, σε τεράστια ερωτηματικά.

Γιατί, μέσα στο τρεχαλητό να επιβιώσουμε της κρίσης, ξεχάσαμε μάλλον ότι τα παιδιά μας αναπτύσσουν συναισθηματικές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέρφια τους, αλλά και σε αλληλεπίδραση με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Η κρίση, δηλαδή, δεν είναι κρίση που αφορά γενικώς και αορίστως την κοινωνία ή τους ενήλικες, αλλά αφορά και επηρεάζει δραματικά και την οικογένεια, άσχετα αν η κρίση εκδηλώνεται σε ένα ή περισσότερα μέλη της.

Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε κρίση, ολόκληρη η οικογένεια βρίσκεται σε κρίση. Η οικογένεια πλημμυρίζει από τα ίδια αισθήματα ενοχής, ανημπόριας και απόγνωσης που κατακλύζουν την κοινωνία. Και αρκεί η προσωπική βιωματική εμπειρία όλων μας για να επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα στην οικογένεια δεν υφίστανται και τόσο στεγανά, ώστε να αποτρέψουν τη μετάδοση των «δύσκολων» αισθημάτων και στα παιδιά.

Με απλά λόγια, η κρίση διαμορφώνει το πιο αρνητικό περιβάλλον για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών μας και δεν είναι μακριά η ώρα που ο δείκτης ψυχοπαθολογίας 1/6, θα εκτοξευθεί στο διπλάσιο, σαν ένα καταπιεσμένο ελατήριο.

Γιατί, ποιός γονιός κυριευμένος από το άγχος μπορεί να απορροφήσει το άγχος του παιδιού του; Ποιός γονιός με ή με οιονεί κατάθλιψη μπορεί να στέρξει στις αγωνίες και να προσφέρει σταθερότητα και συναισθηματική φροντίδα στο παιδί του; Ποιός απογνώκων γονιός έχει το σθένος να σταθεί στο ρόλο του ως γονιός; Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν και ο ίδιος «πέρασε» μέσα από το αποχαυνωτικό ναρκισσιστικό φίλτρο της μεταπολίτευσης.

Το παιδί της αβοήθητης οικογένειας, δυστυχώς, δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε σύγχυση των ρόλων, σε γονεϊκοποίηση του εαυτού του για να συμπαρασταθεί στους συχνά παραιτημένους γονείς. Ή, στην αναστολή και εν τέλει ματαίωση των ψυχικών του αναγκών. Τελικά στη διαμόρφωση ενός «ψευδούς, μασκαρεμένου εαυτού», πολύ χειρότερου του επιτυχημένου και γκλαμουράτου προσωπείου που φιλοτεχνήσαμε σαν κοινωνία στην μεταπολιτευτική περίοδο. Ο «ξέρεις εγώ ποιος είμαι» τύπος του αμοραλιστικού χθες, θα παραχωρήσει τη θέση του στον τύπο «δεν καταλαβαίνω Χριστό» ενός βίαιου αύριο.

Γιατί, ποιός ενοχικός γονιός, βαρύτατα ενοχοποιημένος από την καλβινική συνθηματολογία, δεν θα μεταφέρει τα δικά του άλυτα εσωτερικά συγκρουσιακά ζητήματα στο παιδί του και μάλιστα με αντιφατικά και αντικρουόμενα μηνύματα; Η βαριά ασυμφωνία μεταξύ αυτού «που θα ήθελε κανείς να είναι» και αυτού «που πιάνει τον εαυτό του, στα πράσα, να είναι», πώς να κρυφτεί απ’ τα παιδιά, που λέει και το τραγούδι; Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο στην ανάπτυξη ενός παιδιού από την «εκπομπή» αντικρουόμενων-διπλών μηνυμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική κρίση που μεταφέρθηκε και μέσα στην οικογένεια, σαν μεταβολή της κοινωνικής-οικονομικής κατάστασης, σαν συνεχής διάψευση, σαν σύγχυση ρόλων, σαν «οικογενειακό μυστικό», σαν δυσαρμονία του ζευγαριού, οδηγούν με απόλυτη σιγουριά στην απώλεια του υποστηρικτικού πλαισίου της οικογένειας για την όσο το δυνατόν υγιή ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Το αποτέλεσμα, είναι παιδιά παραμελημένα ή υπερπροστατευμένα, παγιδευμένα σχεδόν εφ΄ όρου ζωής σε ένα βασανιστικό άγχος εγκατάλειψης, μ΄ έναν ανώριμο και «σταματημένο» ψυχισμό. Έναν ψυχισμό που «δεν θα κουνιέται φύλο». Ή, και αυτό είναι ακόμη χειρότερο σενάριο, έναν ψυχισμό που δεν θα μπορεί να εκδηλώσει διαφορετικά τα, καταδικασμένα σε χρόνια σιωπή, αισθήματα πόνου και οργής, παρά μόνο με την τυφλή βία. Ή θαρρεί κανείς ότι η σημερινή χουλιγκάνικη βία των γηπέδων είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτήν ακριβώς τη δραματοποιημένη μορφή έκφρασης της παραχωμένης παιδικής οδύνης και του θυμού;

Αν πέτυχε με σιγουριά κάτι, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αυτή η εγκληματική στρατηγική του «σόκ και δέος», είναι να οδηγήσει την ελληνική οικογένεια –και κοινωνία- σε μια μετέωρη θέση, σε ένα μεταίχμιο, ανάμεσα σε ένα χθες που μοιάζει οικείο και σε ένα αύριο που δεν έχει ελπίδα, αλλά μονάχα απειλή. Λες και μια ολόκληρη κοινωνία στέκεται παθητικά, για πέντε ολόκληρα χρόνια, στην άκρη ενός γκρεμού, κάνοντας αραιά και που μικρά τσαλίμια αγανάκτησης, αλλά δεν κάνει ουσιαστικά ούτε βήμα μπροστά ούτε βήμα πίσω. Λες και προσμένει λυτρωτικά κάποιος να την σπρώξει σε όποια κατεύθυνση. Κι αν δεν ήταν η πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή, θα τολμούσε ίσως να πει κανείς, ότι ο νεοελληνικός συλλογικός ψυχισμός έχει βγει, κατά κάποιον τρόπο στη σύνταξη. 

Αλλά, εν τέλει, μέσα από την ταύτιση με ποιον γονιό να σχηματίσει ο έφηβος την αυριανή του ταυτότητα; Με τον καταθλιπτικό ενοχοποιημένο γονιό; Τον υπάκουο εκτελεστή των αποφάσεων μιας κατσαπλιάδικης ολιγαρχίας; Τον ακραίο υπερασπιστή της ατομικής του ευζωίας και αυτοσυντήρησης και «τσιμέντο» όλα τα άλλα γύρω; Τον «ελάχιστο εαυτό», τον ψυχικά συρρικνωμένο στη μάχη της ρηχής επιβίωσης; Τον γονιό που θεωρεί τη φασιστική ιδεολογία και βία σαν τη μόνη λύση διεξόδου από την κρίση; Τον γονιό που έχει ταυτιστεί με τα μηνύματα μικροαστικής νοικοκυροσύνης και υποταγής του κάθε ημί-τρελλου νεοφιλελεύθερου; Τον γονιό που προτείνει την καταφυγή στην ατομική λύση ως μοναδική λύση; Τον γονιό που λοιδορεί κάθε προηγούμενη αξία αλληλεγγύης και ανθρωπιάς ως οικονομικά αναποτελεσματικής; Τον γονιό που αποδέχεται αβασάνιστα τις απάνθρωπες επιταγές ενός μονοδιάστατου οικονομικού μοντέλου; Ή μήπως τον ακραία ανταγωνιστικό γονιό, που είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό της καπιταλιστικής αποτελεσματικότητας;

Αργά ή γρήγορα, στους έφηβους του σήμερα και του αύριο, οι ταυτίσεις τους μαζί μας, θα αποκαλυφθούν κατά το μάλλον ή ήττον σαθρές. Θα αποδειχθούμε στα μάτια των παιδιών μας αδύναμοι και ανίκανοι. Θα γκρεμιστούμε ως πρότυπα. Και αν αυτό συνέβαινε από πάντα, ως έτσι να είναι η διαδικασία αυτονόμησης των νέων, τώρα, αυτή τη φορά, δεν θα είναι μονάχα μια κάποια απαραίτητη ψυχολογική διεργασία, αλλά θα είναι μια οδυνηρή για όλους μας πραγματικότητα.

Ας μην κρυβόμαστε: η γενικευμένη χρήση ουσιών, η ακραία ανταγωνιστική βαθμοθηρία, η διάδοση του bullying και της ενδοσχολικής βίας, αλλά και οι ρατσιστικές συμπεριφορές, όπως επίσης και –αυτό είναι το πιο ανησυχητικό- η αβασάνιστη, ίσως και «διασκεδαστική», αποδοχή της καθαρής βίας απέναντι στον Άλλο (τα ποσοστά της ΧΑ στους νέους το μαρτυρούν), δεν είναι τίποτα λιγότερο από την έκφραση της παιδικής-εφηβικής ψυχοπαθολογίας, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο. 

Ας φανταστούμε τώρα την ελληνική κοινωνία σε είκοσι χρόνια από σήμερα, όταν οι ουσίες, o ακραίος εργασιακός ανταγωνισμός, το bullying και ο ρατσιμός, δεν θα είναι απλά ανώριμες εφηβικές παρεκκλίσεις, αλλά κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα των ενήλικων «πολιτών». Αυτό, το αυριανό «μπουρδέλο», δεν θα είναι ευθύνη των παιδιών μας. Θα είναι ευθύνη δική μας, των ενηλίκων του σήμερα, αλλά –αναγκαστικά- και της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν ανακόψει άμεσα και αντιστρέψει αυτή την καταιγιστική ψυχοπαθολογική μηχανή. Και αυτό, η σωτηρία της κοινωνίας των παιδιών μας, η υπεράσπιση των ψυχών των παιδιών μας, είναι εξόχως πολιτικό, αλλά και υπαρξιακό αιτοὐμενο, υπέρτερο από τις δόσεις, τα «φράγκα» και τα «ευρά». Ή μήπως όχι;



Το άρθρο στολίζει λεπτομέρεια από το έργο του Γκόγια «Το όνειρο της λογικής παράγει τέρατα» (όλη η φράση του Γκόγια, από τα "Καπρίτσια" του: «Όταν η λογική εγκαταλείπει τη φαντασία γεννιόνται απίστευτα τέρατα. Οταν είναι ενωμένες, η Φαντασία γίνεται μητέρα των τεχνών και πηγή όλων των θαυμάτων τους»)


http://www.thepressproject.gr/article/73961/Epistrofi-apo-to-Mellon
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Διαφωτισμός: η τελευταία θρησκοληψία (must read!)

Μια παρέα ξένων, κάπου στο Ρέθυμνο, αναζητούν μια διεύθυνση χαμένοι κάπου στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης. Σταματούν αιφνιδιαστικά μιαν ήσυχη γυναίκα και τη ρωτούν: «από δώ καλά πάμε;». «Μα πού θέλετε να πάτε;», τους ρωτά εκείνη με τη σειρά της. Οι επισκέπτες κοιτιούνται μεταξύ τους απορημένοι, ώσπου κάποιος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να της εξηγήσει ό,τι δεν ξέρουν που θέλουν να πάνε. Και η γυναίκα ολοκληρώνει την απάντηση της με το διπλό (υπαινικτικό) μήνυμα: «...Ε δεν πάτε καλά!».

Ίσως το παραπάνω παιχνιδιάρικο μότο που χρησιμοποιούμε για εισαγωγή σε τούτο το άρθρο, να μοιάζει κάπως παράταιρο ή και άσχετο με το κατ’ εξοχήν Λογικό θέμα που επιχειρούμε να πραγματευτούμε. Αλλά είναι όντως έτσι;

Αυτό που εννοούμε συνήθως όταν μιλάμε για τον «Διαφωτισμό» δεν γίνεται αντιληπτό από όλους με τον ίδιο τρόπο. Όμως, αν ήταν να δώσουμε έναν γενικό ορισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ό,τι πρόκειται για μια πνευματική κίνηση που έχει τις ρίζες της κάπου στον 18ο αιώνα και οδήγησε σε μια ριζική αλλαγή του τρόπου που οι άνθρωποι στον Δυτικό κόσμο, (Δυτική Ευρώπη και Βόρεια Αμερική) κατανοούν τον ρόλο, τη σημασία αλλά και το περιεχόμενο της Λογικής.

Πιο απλά, ο Ορθός Λόγος κατέλαβε μια (την) υψηλότερη θέση στο αξιακό σύστημα της δυτικής κοσμοαντίληψης, αντικαθιστώντας (και καταδικάζοντας) την πίστη ως βάση για την κατανόηση της πραγματικότητας. ‘Ισως δεν υπάρχει καλύτερος ορισμός απ’ αυτόν που δίνει ο ίδιος Immanuel Kant (1784) στο δοκίμιο του «Τι είναι Διαφωτισμός». «Ο Διαφωτισμός, λέει, είναι η ανάδυση του ανθρώπου από την ανωριμότητα. Όπου, ανωριμότητα είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιήσει την ατομική του κατανόηση δίχως την καθοδήγηση κάποιου άλλου».

Για τον Kant, Διαφωτισμός είναι η ικανότητα και το θάρρος να σκέφτεται κανείς για τον εαυτό του, αντιστεκόμενος στην παράδοση, στις συμβατικές συνήθειες και στις αυθεντίες ως πηγές της σοφίας και της γνώσης. Ποιός θα μπορούσε, σήμερα, να έχει αντίρρηση; Θάνατος στα στερεότυπα και στις αυθεντίες, θα ήταν το σύνθημα!
Στην ιδρυτική θέσμιση του Διαφωτισμού, ενυπάρχει η αντίληψη ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι κατανοητή από την ανθρώπινη διάνοια, ακριβώς επειδή το άτομο είναι επαρκώς διανοητικά εξοπλισμένο, ώστε να κρίνει και να αποφασίζει τα του εαυτού του...Τα του «εαυτό της», θα μας προκύψει λίγο αργότερα.

Ο ατομικισμός που υφέρπει αφετηριακά είναι εμφανής. Και προφανώς, οι ιστορικές ρίζες του βρίσκονται στις θρησκευτικές συγκρούσεις του 17ου αιώνα, στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται το προταγματικό αίτημα να καθοδηγείται η ζωή ενός ατόμου όχι από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά από τη συνείδηση του και μόνον. Έτσι, από τη μια το αιτούμενο της ανοχής και από την άλλη οι νέες μισαλλόδοξες θρησκευτικές ομάδες, αλλά και τα έργα του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και άλλων, απελευθέρωσαν την κοινωνική ενέργεια που άναψε τον λαμπτήρα του Διαφωτισμού.

Όσο κι αν κάποιοι αμφισβητούν τις θρησκευτικές ρίζες του Διαφωτισμού, παραμένει γεγονός η γενεσιουργός σχέση του με τις θρησκευτικές διαμάχες και κυρίως τον Προτεσταντισμό. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για μια σχέση ανάλογη με αυτήν ενός επαναστατημένου εφήβου με τον πατέρα του. Ότι κι αν αλλάξει ο έφηβος, δεν θα αλλάξει ποτέ το γεγονός ότι «το παιδί θα είναι πάντα παιδί του πατέρα του!»

Και όπως κάθε Διαμαρτυρόμενος έφηβος, ο Διαφωτισμός, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του μέχρι και σήμερα, κατατρέχεται από μια «κατάρα»-τάση στρέβλωσης και υποστροφής του σε αυτά ακριβώς τα οποία ο ίδιος ριζοσπαστικά απέρριπτε.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι από το ξημέρωμα της εποχής των Φώτων ο Edmunt Burke (πατέρας του σύγχρονου Συντηρητισμού), κατήγγειλε τον Διαφωτισμό ως την «υπερβολική αυτοπεποίθηση-Ύβρη που οδήγησε στη φρίκη και στον τρόμο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης».

Φαίνεται δηλαδή, εξ΄αρχής, ότι ο Ορθός Λόγος δεν είναι -από μόνος του- μια αξιόπιστη βάση για την ηθική δράση και διαστρέφεται εύκολα. Με άλλα λόγια, από τον εύκολο εξορθολογισμό των πάντων ως την γκιλοτίνα, ένα τσιγάρο δρόμος!

Άρα, μήπως στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων, ο Διαφωτισμός έχει βάλει το χέρι του σε κάθε ολέθρια στιγμή της ανθρώπινης Ιστορίας; Μήπως πρέπει κάποια στιγμή να δικαστεί ως διαφθορέας του ανθρώπινου Ήθους; Μήπως είναι ο προάγγελος του ακραίου εγωκεντρικού ατομικισμού; Μήπως είναι ο κλέφτης του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης; Μήπως είναι ο υπεύθυνος του σύγχρονου μηδενισμού; Μήπως, εν τέλει, ο Διαφωτισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μορφή πολιτισμικού ιμπεριαλισμού;

Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να ακούγονται κάπως περίεργα, ίσως και παράλογα. Δεν είναι άλλωστε παράλογο να ασκούμε κριτική στη Λογική;

Είναι πράγματι δύσκολο να σκεφτούμε για «τον τρόπο που σκεφτόμαστε», γιατί «ο πολιτισμός, ο τρόπος που ιεραρχούμε τις ανάγκες του βίου, είναι ένα ποτάμι που δεν μπορεί κανείς να βγει έξω και να αποφασίσει μετά αν του αρέσει ο τρόπος που κυλάει».

Είναι όμως ενδιαφέρον ό,τι παρόμοιες απόψεις με αυτές του συντηρητικού Edmunt Burke, έχουν εκφράσει και οι νεο-μαρξιστές της λεγόμενης «Σχολής της Φρανκφούρτης», αλλά και μεταμοντερνιστές όπως ο Μισέλ Φουκώ. Αν και έχουν ελάχιστα κοινά, όλοι μοιράζονται την άποψη ότι η βάση του Διαφωτισμού είναι θεμελιωδώς λανθασμένη. Για παράδειγμα, ο Αντόρνο και ο Χορκχάϊμερ, οι ιδρυτές της Σχολής της Φρανκφούρτης, είδαν μια «διαλεκτική» αντίφαση ακριβώς στον πυρήνα της σκέψης του Διαφωτισμού.

Από την άλλη οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο Διαφωτισμός, εξ΄ αιτίας της ικανότητας που μας προσέδωσε να κατανοήσουμε αλλά και να χειραγωγήσουμε τον Κόσμο, μας προσέφερε αφθονία αγαθών πρωτοφανή για τα δεδομένα της ανθρώπινης ιστορίας. Ωστόσο, δεν κατάφερε να μας εφοδιάσει με μιαν ηθική αντίληψη που θα βοηθούσε να αποφύγουμε τη βαρβαρότητα. Όπως δηλώνει σε μια προφητική του φράση o Hume «ο Ορθός Λόγος παρέμεινε σκλάβος των παθών», ενώ για τον Αντόρνο και τον Χορκχάϊμερ, «αυτή η σκλαβιά έγινε ακόμη πιο ανησυχητική μετά την αναγνώριση των φροϋδικών αντιλήψεων σχετικά με το παράλογο και τη μοχθηρία των βαθύτερων κινήτρων μας». Αν, δηλαδή, για τον Burke η «ύβρις του Ορθού Λόγου» οδήγησε στην γκιλοτίνα, για τον Adorno, οδήγησε στο Άουσβιτς και στους θαλάμους αερίων.

Με άλλα λόγια, η «ανθρωπιά» δεν είναι παιδί του Ορθού Λόγου και ο Ορθός Λόγος από μόνος του, δεν έκανε τελικά, μάλλον, τίποτα περισσότερο παρά να εξορθολογίζει και να δικαιολογεί την ίδια την έκπτωση του.

Το πρόβλημα, μάλλον είναι ό,τι από τη στιγμή που αφαιρούμε όλα τα ιδιαίτερα ταυτοτικά, πολιτισμικά, χαρακτηριστικά ενός ατόμου –όπως προϋποθετικά απαιτεί ο Διαφωτιστικός ατομικισμός-  αυτό που μας απομένει δεν ένας ουδέτερος και αντικειμενικός παρατηρητής, αλλά ένα μη-άτομο. Ένα πουκάμισο αδειανό στην εκπτωτική προθήκη του πολυκαταστήματος!

Να γιατί το Ήθος μετατρέπεται σε Ηθική για να εκπέσει τελικά σε μια καταναλωτική επιταγή.  Κάπως έτσι, μόνο ένα είδος κοινωνίας, μόνο ένα είδος πολιτισμού, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ιδανικό, και όλοι οι άλλοι είναι αυτομάτως υποχρεωμένοι να κριθούν με κριτήριο αυτό το «ιδανικό». Η συνέπεια αυτής της σκέψης ήταν η ενδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού ώστε να συνεχίσει την καταπιεστική και καταστροφική δράση του, εξωραϊσμένη από την φαινομενικά φιλελεύθερη ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων. Η σταυροφορική δυτική αποικοκρατία βρήκε το νέο άλλοθι της!  Αυτή η «δημοκρατία» και αυτά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», έδωσαν στον Δυτικό κόσμο -εν λευκώ- το δικαίωμα να τσαλαπατήσει τις παραδόσεις, τα έθιμα και τους πολιτικούς θεσμούς κάθε συλλογικότητας που εθεωρείτο ότι δεν ζούσε με βάση τα δυτικά πρότυπα. Όποιος δεν είναι στο δικό μας φως, είναι στο σκοτάδι ή όπως το είχε θέσει ο Μπους Β’ ο  Μικρός «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας»!
Κάπως έτσι η Λογική αναγορεύτηκε σε νέα θρησκεία, με τα επιστημονικά ιερατεία της, τα καταναλωτικά σύμβολα και τα τεχνολογικά εξαπτέρυγα της. Αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και το κύκλιο εορτολόγιο των χριστιανών Αγίων, υποκαταστάθηκε από το «εορτολόγιο των Δικαιωμάτων» - κάθε ημέρα αφιερωμένη στα δικαιώματα κάποιας επιμέρους κοινωνικής ομάδας/κατηγορίας- μπορεί να αντιληφθεί πόσο θρησκειοποιήθηκε η Λογική των Δικαιωμάτων!

Αλλά το πιο σοβαρό στοιχείο μιας κριτικής στον Διαφωτισμό είναι ό,τι αφορά στην διαμόρφωση του ανθρωπολογικού τύπου που αυτός ο «πολιτισμός» εξέθρεψε, αλλά και επί του οποίου επίσης εδράζεται. Τον άνθρωπο τον οποίο αναπαράγει και χάρις στον οποίο αναπαράγεται. Πρόκειται για τον «άνθρωπο σκιά» ή καλύτερα βίαιο-σκιά!

Αποκορύφωμα αυτού του ανθρωπολογικού τύπου είναι οι πολίτες της Δύσης που έσπευσαν να καταταγούν στις δυνάμεις του «ISIS» ή οι ομόδοξοι τους υπεύθυνοι για την δολοφονία των δημοσιογράφων στο Γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo.Το προπύργιο των ιδεών του Διαφωτισμού και μάλιστα η πιο προωθημένη εκδοχή του –η σάτιρα ενάντια στη θρησκεία- γίνεται ο στόχος της ανθρωπολογικής υποστροφής που παρήγαγε ο ίδιος ο Διαφωτισμός εξ’ αιτίας του συστατικού του αξιακού ελλείμματος. Ζόρικο πράγμα η ετερογονία των σκοπών! Κι ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις» έχει τη μήτρα της στην κατ’ εξοχήν χώρα του Διαφωτισμού. Όπως τυχαίο δεν είναι και ότι οι εν λόγω απεχθείς δολοφονίες συνέβησαν και αυτές εκεί!

Ποιά είναι όμως η ψυχολογία αυτού του βίαιου εξτρεμισμού και πως συναρτάται με τις θεμελιώδεις αρχές/ελλείμματα του Διαφωτισμού; Μια πρόσφατη έρευνα της Βρετανικής Ψυχολογικής Κοινότητας (British Psychological Association  ) παρέχει μια σύντομη επισκόπηση της ψυχολογικής διεργασίας και των θεωριών που εξηγούν το δέλεαρ του εξτρεμισμού και κατά την άποψη μας την ισχυρή διασύνδεση με τις θεμελιακές αρχές του Διαφωτισμού.

Η ανάγκη του Ανήκειν

Σύμφωνα με τον Randy Borum (2014), συγγραφέα στο επιστημονικό περιοδικό «Behavioural Sciences and the Law», η βασική ψυχολογική ευαλωτότητα αυτών που οδηγούνται προς τον εξτρεμισμό, σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τους να νιώθουν ότι ανήκουν κάπου. «Σε ριζοσπαστικά κινήματα και εξτρεμιστικές ομάδες, πολλοί υποψήφιοι τρομοκράτες δεν βρίσκουν μόνο νόημα αλλά και μια αίσθηση του «ανήκειν», σύνδεσης με όμοιους ανθρώπους και ασφάλειας». Με άλλα λόγια είναι η βαθύτερη ανθρώπινη αβεβαιότητα, είναι το «κενό», που καλύπτεται-κουκουλώνεται με τις εξτρεμιστικές ομάδες και τις ιδεολογίες τους.
Αλλά, ποιός οικοδομεί το «κενό»; Είναι η αίσθηση του «ανήκειν» στις θεμελιώδεις προτεραιότητες του Διαφωτισμού ή μήπως –αντιθέτως- συστατική του προϋπόθεση είναι το μεμονωμένο αδιαφοροποίητο άτομο;

Το προφίλ του βίαιου εξτρεμιστή

Το 2006 ο Edwin Bakker δημοσίευσε μια ανασκόπηση εκατοντάδων τζιχάντ τρομοκρατών στην Ευρώπη, που βασιζόταν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και σε νομικές εκθέσεις. Από τα 242 άτομα που εντοπίστηκαν από τον Bakker, οι περισσότεροι βρίσκονταν στο τέλος της εφηβείας τους ή ήταν κοντά στα τριάντα και μόλις πέντε εξ αυτών ήταν γυναίκες. Σύμφωνα με τον Silke (2008) , οι περισσότεροι ισλαμιστές εξτρεμιστές προέρχονται επίσης από την ανώτερη ή μεσαία τάξη και τείνουν να είναι καλά μορφωμένοι.

Πρόκειται δηλαδή για νέους, μορφωμένους, άνδρες, αστικής ή μεσοαστικής καταγωγής. Δηλαδή, το target group που δέχεται τις εντονότερες Διαφωτιστικές επιδράσεις ή όχι;

Η «Ομάδα Πόλωσης»

Ο εξτρεμισμός τροφοδοτείται αρχικά από μία ομαδική διεργασία, γνωστή και ως «Ομάδα Πόλωσης». Πολλοί άνθρωποι εισάγονται αρχικά σε εξτρεμιστικές ιδεολογίες μέσω κλειστών συστημάτων. Μέσα σε αυτές τις μικρές ομάδες, εμφανίζεται συχνά ένα κλασικό ψυχολογικό φαινόμενο γνωστό ως «ομάδα πόλωσης ». Πρόκειται για μία τάση των ομάδων να οδηγούνται σε πιο ακραίες θέσεις, από ό,τι θα είχαν κάνει οποιαδήποτε μεμονωμένα μέλη από μόνα τους.

Είχαν λοιπόν άδικο οι κριτικοί προς τον Διαφωτισμό στοχαστές, που υποστήριζαν ό,τι η ιδέα του ατόμου που χρησιμοποιεί τον Ορθό Λόγο στην αναζήτηση της αλήθειας με τη βοήθεια άλλων ομοϊδεατών του, είναι προβληματική;

Περιθωριοποίησαη και αντίληψη της Αδικίας

Πολλοί επίδοξοι, βίαιοι εξτρεμιστές έχουν παράπονα για το κράτος που ζουν, μερικές φορές βιώνουν μια αίσθηση ταπείνωσης (είτε προσωπικά είτε για λογαριασμό της ομάδας που ανήκουν) και βιώνουν μια έντονη επιθυμία για εκδίκηση. Παράλληλα, αισθάνονται ότι οι ανάγκες και τα συμφέροντά τους δεν αναγνωρίζονται από την ευρύτερη κοινότητα. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις δυτικές χώρες, ο μουσουλμανικός πληθυσμός εκπροσωπείται ελάχιστα στα κέντρα των αποφάσεων και στα εθνικά κοινοβούλια. Μία έρευνα του 2009  με τον τίτλο, "Μοτίβα σκέψης στον Στρατιωτικό Εξτρεμισμό" ανέλυσε την νοοτροπία πολλών εξτρεμιστικών ομάδων σε όλο τον κόσμο (με βάση το διαδίκτυο και έντυπο υλικό), εντοπίζοντας δύο βασικές πεποιθήσεις: την ανυπακοή απέναντι στους νόμους και την εδραιωμένη άποψη ότι η όποια, αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί, μόνο μέσα από ακραία και μη συμβατικά μέσα.

Και προφανώς έκανε λάθος, ο πιο εξέχων φιλελεύθερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, ο John Rawls, στο έργο του  A Theory of Justice (1972), καθώς προσπαθεί να προσδιορίσει τη φύση μιας δίκαιης κοινωνίας και φαντάζεται τα άτομα αποκομμένα από κάθε γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των ταλέντων τους. Για τον Rawls, αυτό το «πέπλο της άγνοιας», είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο κάθε προσπάθειας για να εναρμονίσουμε τα αιτήματα δικαιοσύνης, σε σχέση με τις απαιτήσεις του εαυτού μας ή των επιμέρους συμφερόντων.

Και δεν μας θυμίζει αυτό την κριτική άποψη που αναφέραμε προηγούμενα για το μη-άτομο; Την απρόσωπη, αδιαφοροποίητη, ατομική και περιχαρακωμένη με νομικά δικαιώματα ύπαρξη;

Αλλά, εν τέλει, όταν αφαιρούμε από τον άνθρωπο όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν μοναδική και ανεπανάληπτη –τον καθένα ξεχωριστά- ύπαρξη, δεν είναι αυτό απ-ανθρωποποίηση του ανθρώπου;

Απανθρώπιση των εχθρών

Ένα συγκλονιστικό χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς πολλών βίαιων εξτρεμιστών είναι η πλήρης περιφρόνηση τους για την αξία των άλλων ανθρώπινων ζωών. Το πλαίσιο εδώ ορίζει τον τρόπο που οι άνθρωποι είναι σε θέση να «απανθρωποποιούν» τους εχθρούς τους ή να τους βλέπουν ως ασήμαντους - δηλαδή, τους αντιμετωπίζουν ως κάτι λιγότερο από ανθρώπους. Αυτό το δραματικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχολογίας έχει εντοπιστεί στο πλαίσιο αποκρίσεων, σε μελέτες  με άστεγους και τοξικομανείς αλλά και σε σχέση με τη βία των συμμοριών.

Είναι πάντως χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα έρευνας που διενήργησε στις ΗΠΑ η εταιρεία δημοσκοπήσεων Gallup στις 8.2.2011, καλώντας τους συμμετέχοντες να εκφράσουν τη γνώμη τους για το εάν –μερικές φορές- είναι δικαιολογημένη  η στοχοποίηση και η δολοφονία πολιτών. Οι μουσουλμάνοι συμμετέχοντες απάντησαν κατά 90% ότι δεν είναι «ποτέ» δικαιολογημένη μια τέτοια πράξη ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των Προτεσταντών είναι 71%, των Καθολικών 71%, των Εβραίων 75% και των Άθεων-Αγνωστικιστών 76%. Στο ίδιο ερώτημα απαντούν ότι μια τέτοια πράξη είναι δικαιολογημένη «μερικές φορές» όπως παρακάτω: Μουσουλμάνοι 11%, Προτεστάντες 26%, Καθολικοί 27%, Εβραίοι 22% και Άθεοι/Αγνωστικιστές 23%.

Αναζήτηση Νοήματος

Τί άλλο καταδεικνύει η ανάλυση που προηγήθηκε εκτός από την απουσία νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης-συνύπαρξης και πράξης; Το απο-μονωμένο, α-πρόσωπο και ά-σχετο(δίχως σχέση) Δυτικό άτομο καταδικασμένο στην εγωκεντρική του αυτασφάλιση και περιχαράκωση, οπλισμένο με τη μοναξιά των ατομικών του δικαιωμάτων, παραμένει εν τέλει α-νόητο. Άνευ νοήματος, βυθισμένο στο υπαρξιακό του κενό. Και να που μπορεί να αναζητά την «πλήρωση» αυτού του κενού:
"... η αναζήτηση για την προσωπική σημαντικότητα, αποτελεί μια βασική κινητήρια δύναμη που μπορεί να ωθήσει τα άτομα προς τον βίαιο εξτρεμισμό», γράφει η Kruglanski και οι συνεργάτες της σε μία μελέτη του 2014 . Ο Silke (2008) επισημαίνει ομοίως ότι σε πολλές κοινότητες, « η προσχώρηση σε μια τρομοκρατική ομάδα, αυξάνει σημαντικά το κύρος ενός εφήβου ή της εφηβείας ως εξελικτική φάση». Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε το δέλεαρ του κινδύνου και τον ενθουσιασμό, ιδιαίτερα στους νέους άνδρες που στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ο Silke παραπέμπει  σε ένα πρώην μέλος του IRA το οποίο αναπολεί την εποχή του ως τρομοκράτης: «Έζησα κάθε μέρα σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης. Ο,τιδήποτε έκανα, όσο ασήμαντο και αν είναι τώρα, μου φαινόταν τότε ότι είχε νόημα».

Υπαρξιακές Επιρροές

Για πολλούς ανθρώπους τα εξτρεμιστικά θρησκευτικά κινήματα προσφέρουν υπαρξιακή ασφάλεια. «Οι εξτρεμιστές και πολλοί από τους λεγόμενους φονταμενταλιστές σε όλες τις θρησκείες, χρησιμοποιούν μία από τις πιο βασικές και συχνά πιο καταστροφικές μορφές άμυνας», γράφει ο Gibbs  (2005) «που καταστέλλουν το άγχος της μη ύπαρξης: διαχωρίζουν τον εαυτό τους και συμπληρώνουν το κενό με θρησκευτικά αυτοπροστατευτικά συστήματα ή και γνωστικές κατασκευές».
Το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί εν προκειμένω είναι μήπως  ο Διαφωτισμός είναι ακριβώς αυτό: μια γνωστική κατασκευή που φιλοδοξεί να καλύψει το υπαρξιακό κενό που ο ίδιος -με την απ-ανθρωποποίηση-  προηγουμένως δημιούργησε. Μήπως, με άλλα λόγια, είναι η ασθένεια της οποίας παρίστανε τη θεραπεία. Μια ακόμη -ορθολογιστική αυτή τη φορά- δεισιδαιμονία, μια νέα θρησκοληψία, που απλά υποκατέστησε τη θρησκοληψία που κατήγγειλε. Η τελευταία θρησκοληψία...





Το άρθρο στολίζει το έργο του Andre Masson "Ταυρομαχία".

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ανθρώπινα δικαιώματα και Δημοκρατία τα μεγάλα θύματα της κρίσης στην Ελλάδα

Έκθεση κόλαφος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα της κρίσης από τη Διεθνή Ομοσπονδία για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Υπήρχε κι άλλος δρόμος αλλά η Κυβέρνηση και η τρόικα δεν τον επέλεξαν
Η Δημοκρατία έχει γίνει πιο φτωχή στην Ελλάδα από το 2009 που η οικονομική κρίση χτύπησε τη χώρα, συμπεραίνει η έκθεση της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (fidh.org) με θέμα "Υποβαθμίζοντας τα Δικαιώματα - Το Κόστος της Λιτότητας στην Ελλάδα".
Η έκθεση που παρουσιάστηκε την Παρασκευή στην Αθήνα, τονίζει ότι μετά την υιοθέτηση των μέτρων λιτότητας που θα έσωζαν τη χώρα από την οικονομική κατάρρευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και παραβιάστηκαν.
Περιγράφοντας μια τραγική κατάσταση, αποδίδει μεγάλες ευθύνες όχι μόνο στο ελληνικό κράτος, αλλά και στην τρόικα, τονίζοντας ότι υπήρχε και άλλος δρόμος.
Στην έκθεση η Ελλάδα περιγράφεται ως μια χώρα στην οποία τα δικαιώματα -ατομικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά- βάλλονται ανοιχτά και έχουν παραβιαστεί σε όλα τα επίπεδα.
Αυτό γίνεται αισθητό όχι μόνο σε τομείς όπως η εργασία και η υγεία, στους οποίους το κράτος επέβαλε μέτρα λιτότητας που είχαν αρνητικές επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά είναι ορατό και στην περιστολή των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης ή το δικαίωμα της έκφρασης τής διαφωνίας μέσω μιας ειρηνικής δημόσιας διαδήλωσης.
Όπως υπογραμμίζεται, όσον αφορά τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, οι πολιτικές λιτότητας δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που θέτει το Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του ΟΗΕ σε σχέση με τα περιοριστικά μέτρα.
Αναφορικά με τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, οι περιορισμοί σε θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, οι οποίοι τεκμηριώνονται στην παρούσα έκθεση, δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το πεδίο άσκησης των δικαιωμάτων αυτών μπορεί κατ’ εξαίρεση να περιοριστεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η έκθεση επισημαίνει, επίσης, σοβαρές παραβάσεις των βασικών αρχών της δημοκρατικής συμμετοχής και του δημοκρατικού ελέγχου, παραβάσεις οι οποίες συντελέστηκαν με τις πολιτικές και τα μέτρα που εκπονήθηκαν κατά της κρίσης, και υλοποιήθηκαν περιφρονώντας κατάφωρα τις κανονικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Ο τρόπος με τον οποίο υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ασκούμενες πολιτικές δεν σεβάστηκαν, από τη σκοπιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα διεθνή πρότυπα, ακόμα και υπό το φως των εξαιρετικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη χρηματοπιστωτική κρίση.
Όπως αναφέρεται, η έρευνα στην οποία βασίζεται η παρούσα έκθεση διαπιστώνει ότι η οικονομική κρίση και τα μέτρα λιτότητας που τη συνόδευαν δεν μπορούν να θεωρηθούν ο μοναδικός υπεύθυνος της σημερινής κατάστασης. Ωστόσο, είναι φανερό ότι η κρίση και η λιτότητα έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση των προϋπαρχόντων προβλημάτων στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η έκθεση χαρακτηρίζει εσφαλμένο τον συλλογισμό που παρουσιάζουν όσοι συνέβαλαν στην εκπόνηση σχεδίων αντιμετώπισης της κρίσης ότι, υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο τρόπος αντιμετώπισης που επιλέχθηκε τελικά ήταν ο μόνος εφικτός δρόμος προς τα μπρος και ότι οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια στα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν αναπόφευκτη, και επομένως δικαιολογημένη.
Δεν αποδίδει ευθύνες για τις παραβιάσεις που προέκυψαν από τα προγράμματα λιτότητας μόνο στο ελληνικό κράτος, αλλά και στην τρόικα που, όπως αναφέρει, λειτούργησε ως ένα παραπέτασμα καπνού, προστατεύοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα τα μέρη που το απάρτισαν από την ευθύνη για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ωστόσο, η τρόικα δεν είναι ένα κενό κέλυφος. Αποτελείται από διεθνείς οργανισμούς και μέσω αυτών από τα κράτη-μέλη τους: όλα και όλοι είναι επιφορτισμένοι με συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η FIDH, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην Ελλάδα, απευθύνει έκκληση προς την Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαιτέρως τα κράτη-μέλη της να εξετάσουν από κοινού τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις συναφείς ευθύνες που παρουσιάζονται στην έκθεση, και τους προτρέπει «να δράσουν προληπτικά για την αποτροπή παρόμοιων παραβιάσεων σε άλλες χώρες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση», προτείνοντας, μεταξύ άλλων, αυτό να γίνει «διασφαλίζοντας την έναρξη ενός πανευρωπαϊκού ουσιαστικού διαλόγου».

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά του ναρκισσισμού

Αστερόπη Λαζαρίδου 
 
Η ιστορία του Νάρκισσου, με τις διάφορες εκδοχές της, είναι μία από τις δημοφιλέστερες της μυθολογίας. Ο νέος από τη Βοιωτία, θαμπωμένος από την ομορφιά του που καθρεφτίζεται στο νερό, πεθαίνει από μαρασμό εξαιτίας του ανικανοποίητου έρωτα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Ο ναρκισσισμός, η εμμονική αυταρέσκεια που μπορεί να καταλήξει σε πάθηση, δεν είναι κάτι καινούργιο. Υπάρχει από τότε που ο άνθρωπος πρωτοσυνάντησε το είδωλό του. Σήμερα, όμως, που ο καθένας ανεβάζει δεκάδες είδωλά του χάρη στην κατάρα και ευλογία των social media, ο ναρκισσισμός, εκτός από υπαρκτός, είναι και ψηφιακός. Οι διαταραχές που προκαλούνται από τη μανία της εξαντλητικής αυτοφωτογράφισης και της online υπερέκθεσης απασχολεί όλο και πιο συχνά τα ψυχιατρικά συνέδρια, με τους ειδικούς να επιμένουν ότι η υπέρμετρη προσήλωση στο «εγώ και ο εαυτός μου», εκτός από γραφική, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί και επικίνδυνη.
 
Εγώ, εγώ, εγώ
Η λέξη «selfie», όπως ορίζεται η σύγχρονη αυτοπροσωπογραφία που βγάζει κάποιος με το κινητό του και κατόπιν την ανεβάζει στο Facebook και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιλέχθηκε ως «Λέξη της χρονιάς» για το 2013 από το Βρετανικό Λεξικό της Οξφόρδης. Παράλληλα, οι νέοι κανονισμοί του περίφημου επιτραπέζιου παιχνιδιού Scrabble τη δέχονται πλέον ως σωστή και οι παίκτες κερδίζουν πόντους όταν τη σχηματίζουν. Μία λέξη ισοδυναμεί πλέον με χίλιες εικόνες. Πόσα αντίγραφα του εαυτού σου μπορείς να βγάλεις ώσπου να τον ερωτευθείς παράφορα ή να μην αντέχεις άλλο να τον βλέπεις; Η απόσταση από το ένα στάδιο στο άλλο δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε.

Νάρκισσοι υπήρχαν πάντα. Από την αρχαιότητα ως σήμερα. Η διαφορά είναι ότι έχουν πλέον πολλά εργαλεία στα χέρια τους: Facebook, Pinterest, Twitter, Foursquare, Instagram. Οι έρευνες μαρτυρούν ότι τα επίπεδα του ναρκισσισμού είναι πολύ υψηλότερα σε σύγκριση με τις περασμένες γενιές και δεκαετίες και όλο και περισσότερα τεστ γίνονται για να μετρηθεί η στάθμη της επικίνδυνης εγωμανίας σε άνδρες και γυναίκες. Και όπως αποκαλύπτουν αμερικανοί ψυχολόγοι, τα προφίλ των χρηστών του Facebook είναι ο πιο έγκυρος τρόπος για να επαληθεύσουν αν οι ερωτηθέντες είπαν την αλήθεια ή όχι.

«Παρακολουθώ και θαυμάζω τη δουλειά σου μέσω Facebook εδώ και αρκετό καιρό. Οι φωτογραφίες που βγάζεις είναι εκπληκτικής αισθητικής. Παίρνω, λοιπόν, το θάρρος να σου ζητήσω μια χάρη. Εδώ και λίγο καιρό χώρισα με τον φίλο μου, αλλά τον θέλω πίσω. Και σκέφτηκα ότι ο μόνος τρόπος να τον ξανακερδίσω είναι να του τραβήξω την προσοχή μέσα από φωτογραφίες που θα μου βγάλεις εσύ. Θέλω να με αναδείξεις, να γίνω μια από τις ηρωίδες σου, να με κάνεις να θυμίζω σταρ του σινεμά»: αυτό το μήνυμα βρήκε στην προσωπική της «αλληλογραφία» στο Facebook φίλη φωτογράφος και σκηνοθέτις. Μια άγνωστη γυναίκα σε ερωτική απελπισία τής ζητούσε να τη μεταμορφώσει σε κάτι που δεν είναι, προκειμένου να θαμπώσει και να ξανακερδίσει την καρδιά του πρώην της. Το νερό της λίμνης όπου άλλοτε πνίγηκε ο Νάρκισσος έχει δώσει τη θέση του στο γυαλί της οθόνης, που είναι εξίσου θολό και παραπλανητικό.
 
Η εκδίκηση του κοινού θνητού
Ο ναρκισσισμός ξεσπά και εξαπλώνεται σαν επιδημία. Εχουμε να κάνουμε με την εκδίκηση του κοινού θνητού, του μέσου ανθρώπου, ο οποίος, ζηλεύοντας και χλευάζοντας επί χρόνια τη ζωή των σταρ, τώρα έχει βαλθεί να τους αντιγράψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Πάντα αποτελούσε είδηση το τι παρήγγειλε η Μαντόνα, ακόμη και η εγχώρια Μενεγάκη, σε ένα εστιατόριο. Ή τι φοράει όταν πηγαίνει για ψώνια. Ή πού έκανε διακοπές. Τώρα πια, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα «επώνυμα» πρόσωπα, είμαστε εμείς οι παπαράτσι του εαυτού μας. Μας καταδιώκουμε, δεν μας αφήνουμε στιγμή σε ησυχία. Μας πιέζουμε να κάνουμε δηλώσεις για το πώς αισθανόμαστε, προτού καλά καλά φτάσουμε στον προορισμό μας: «ενθουσιασμένος στην περιοχή Φάληρο» / «ευλογημένη στη βάφτιση της κορούλας μου Μαρίας-Ηλέκτρας». Μας αιφνιδιάζουμε με αυθόρμητα snapshots που τραβάμε τον εαυτό μας μόλις ξυπνήσουμε ή λίγο προτού κοιμηθούμε, όταν τρώμε, αφού φάμε, όταν βγαίνουμε από τη θάλασσα, όταν φιλιόμαστε με το άλλο μας μισό.

Δίπλα στις χίλιες εικόνες, έρχονται να προστεθούν και οι ισάριθμες λέξεις - «πεινάω, διψάω, νυστάζω, θέλω παγωτό» - σαν προστάγματα κακομαθημένων πριγκιπόπουλων που έχουν εκατοντάδες αυλικούς, κι εκείνοι με τη σειρά τους, αντί να τσακιστούν για να τα ικανοποιήσουν, απλώς κάνουν «like». Και αυτό μοιάζει αρκετό. Αλλοι, πάλι, προτιμούν τη ρητορική, τις πολιτικές αναλύσεις. Το να εκθέτεις την άποψή σου σε μια πλατφόρμα όπως το Facebook είναι κάτι παραπάνω από θεμιτό, όταν όμως γράφεις ακατάπαυστα στα ψηφιακά fora κάνοντας τους πάντες να αναρωτιούνται πότε προλαβαίνεις να κάνεις οτιδήποτε άλλο (κάτι που συμβαίνει ακόμη και με συγκεκριμένους πολιτικούς, που δουλεύουν παρέα με το Τwitter τους), τότε έχουμε να κάνουμε με την άλλη όψη του ναρκισσιστικού νομίσματος. Με τη λαλίστατη λεζάντα κάτω από την εξίσου φλύαρη φωτογραφία.

Εμείς και οι «σημαντικοί άλλοι»
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Νάντια Τσιλιάκου εξηγεί: «Τα άτομα των οποίων η δομή της προσωπικότητας τους τούς επιβάλλει να αντλούν επιβεβαίωση από παράγοντες έξω από τον εαυτό τους ονομάζονται από τους ειδικούς ναρκισσιστικά. Ολοι μας νιώθουμε ευάλωτοι απέναντι στο ποιοι είμαστε, πόση αξία έχουμε, και προσπαθούμε να ζούμε με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτουν θετικά συναισθήματα για τον εαυτό μας. Το συναίσθημα υπερηφάνειας και αποδοχής αυξάνεται όταν οι "σημαντικοί άλλοι" μάς αποδέχονται και "τραυματίζεται" όταν μας απορρίπτουν. Ορισμένοι βέβαια από εμάς ασχολούνται σε δυσανάλογο βαθμό με την εικόνα που προβάλλουν προς τα έξω, ακόμη και αν κάποιες φορές εξαπατούν τους άλλους. Με άλλα λόγια, στον νάρκισσο υπάρχει δυσκολία αυτοαποδοχής και δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων».

Και συμπληρώνει σχετικά με την online επιδημία: «Διανύοντας την εποχή των social media με την ευκολία προβολής του ιδανικότερου εαυτού μας μέσω αυτών, χωρίς απαραίτητα να απαιτείται να έχουμε ουσιαστική επαφή και σχέση με τους διαδικτυακούς "φίλους" μας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια εμμονή προβολής που εύκολα τροφοδοτείται και αυξάνεται ανάλογα με την ποσότητα των "like" που θα πάρουμε π.χ. σε κάθε selfie φωτογραφία, ενισχύοντας έτσι θετικά τη χαμηλή αυτοπεποίθηση που κρύβει ο ναρκισσισμός μας. Την εξέλιξη τέτοιων συμπεριφορών δεν τη γνωρίζουμε ακόμη, ωστόσο αξίζει να τονιστεί ότι δεν αποτελεί έναν θεραπευτικό τρόπο ουσιαστικής βελτίωσης της αυτοπεποίθησης ενός ατόμου, αλλά προσωρινής εξιδανίκευσης, χωρίς όμως το γνήσιο συναίσθημα. Ποιες πρέπει να είναι οι άμυνές μας; Να επαναπροσδιορίσουμε τη σημαντικότητα των social media στην καθημερινή μας ζωή, να σκεφτούμε τις σχέσεις μας και το κομμάτι της κριτικής ως προς τον εαυτό μας και τους άλλους, να αγαπάμε χωρίς να εξιδανικεύουμε και να εκφράζουμε γνήσια συναισθήματα χωρίς να ντρεπόμαστε».

Γύρω από τη ναρκισσιστική φρενίτιδα έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία βοηθημάτων - υπάρχουν ακόμη και μάνατζερ που σε βοηθούν να χτίσεις ιδανικά fan bases στο Facebook. Υπάρχουν ακόμη και πλασματικοί social media followers, σαν βαλτοί πελάτες στα νυχτομάγαζα, που λόγω κρίσης κάθονται στα πρώτα τραπέζια για να μη φαίνεται άδειο το κέντρο «διασκεδάσεως».

Ολο και πιο συχνά, οι ψυχοθεραπευόμενοι μιλούν στον ψυχοθεραπευτή τους για την εικονική και όχι για την πραγματική ζωή τους. Σύμφωνα με έρευνες, επτά στους δέκα χρήστες θα συνδεθούν - αν είχαν αποσυνδεθεί -
στο Facebook με το που θα ξυπνήσουν και προτού καν πάνε στην τουαλέτα. «Εγώ έχω το smartphone στο μαξιλάρι δίπλα μου και κοιμάμαι μαζί του σαν να είναι ο φίλος μου» μου είπε πρόσφατα μια φίλη. Ο φρενήρης διαγωνισμός δημοτικότητας μας γυρίζει πίσω στο βασανιστικό σκηνικό του σχολείου, όταν το μόνο που σε ένοιαζε ήταν αν φοράς τα καλύτερα αθλητικά παπούτσια σε όλο το προαύλιο. Αν η «φωτογραφία προφίλ» που μόλις ανέβασες δεν πήρε τα αναμενόμενα «like» μέσα στο πρώτο κρίσιμο πεντάλεπτο, καταφεύγεις σε σπασμωδικές κινήσεις, αλλάζοντας τη μία μετά την άλλη, όπως αλλάζεις μπλούζες μπροστά στον καθρέφτη όταν νιώθεις ότι τίποτα δεν σου πάει.
 
Ο ηλεκτρονικός πόνος της απόρριψης
Εκτός, λοιπόν, από τους δεκάδες λόγους που έχει κάποιος να νιώσει στενάχωρα στην καθημερινότητά του, έρχεται να προστεθεί και ένας ακόμη: η ιντερνετική απόρριψη. Ολο και περισσότεροι χρήστες του Διαδικτύου δηλώνουν ευθαρσώς σε ερωτηματολόγια ότι η διάθεσή τους εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από το πόσους σηκωμένους αντίχειρες θα βρουν κάτω από κάθε δημοσίευσή τους, ενώ το να τους διαγράψει κάποιος από φίλο είναι ικανό να τους καταρρακώσει.

Η selfie ως selfie δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Selfies βγάζαμε και στα 80s με μηχανές πολαρόιντ ή με Kodak fun μιας χρήσης. Το θέμα είναι ότι από τη στιγμή που θα δώσεις όνομα σε αυτό που κάνεις, η αθώα και αυθόρμητη φωτογραφία της στιγμής δεν είναι πια ούτε τόσο αθώα ούτε τόσο αυθόρμητη. Καταντάει μεγαλεπήβολο πρότζεκτ.

Φωτογραφίζουμε αδηφάγα τον εαυτό μας που παίρνει μπλαζέ ή φιλήδονες πόζες όπως οι Γιαπωνέζοι φωτογραφίζουν με μανία τη Μόνα Λίζα στο Λούβρο. Παράγουμε ασταμάτητα αυτοπροσωπογραφίες και τις εκθέτουμε σε εικονικές γκαλερί. Οπως στην τέχνη, όμως, έτσι και στη ζωή, όσο πιο πολλά είναι τα αντίτυπα που βγάζεις, τόσο μειώνεται η αξία του πρωτότυπου.
 
Το φλερτ με την αυτοκαταστροφή
Ο ναρκισσισμός σε ελεγχόμενες ποσότητες δεν βλάπτει. Σε υπερβολικές δόσεις, όμως, μπορεί να εξελιχθεί ακόμη και σε πάθηση. Ο πρώτος επίσημα καταγεγραμμένος Βρετανός με εθισμό στα selfies είναι ο 19χρονος Ντάνι Μπάουμαν, ο οποίος έδωσε και συνέντευξη στην εφημερίδα «Mirror». Το όνειρό του να τραβήξει την «τέλεια selfie» μετατράπηκε σε αρρωστημένη εμμονή, με τον ίδιο να φτάσει στο σημείο να παρατήσει το σχολείο, να χάσει 15 κιλά, να μη βγαίνει από το σπίτι επί έξι μήνες, τραβώντας κατά μέσο όρο εκατό φωτογραφίες του εαυτού του, επί δέκα ώρες την ημέρα.

Η μητέρα του τον βρήκε λιπόθυμο, όταν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια, επειδή δεν είχε καταφέρει να τραβήξει τη φωτογραφία των ονείρων του. Αργότερα, στο νοσοκομείο, η περίοδος απεξάρτησής του από το κινητό του διήρκεσε αρκετό καιρό, με τον ίδιο αρχικά να καταφέρνει να αντέχει χωρίς το τηλέφωνό του για 15 λεπτά, ενώ στη συνέχεια μισή και μία ώρα.
 
Μια κοινωνία σε πρώτο ενικό
Η συγκεκριμένη ιστορία σίγουρα δεν χαρακτηρίζει την πλειονότητα των χρηστών των social media, όσο εθισμένοι και αν είναι με την απαθανάτιση του ειδώλου τους. Ας ρίξουμε, όμως, μια ματιά στον έξω κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε εντός Διαδικτύου είναι πάνω-κάτω ο ίδιος με εκείνον όταν έχουμε βγει για να διασκεδάσουμε, να επικοινωνήσουμε, να ζήσουμε: ζευγάρια αμίλητα που θα βρουν σημείο επαφής μόνο όταν θα βγει το tablet πάνω στο τραπέζι της καφετέριας. Συντροφιές ολόκληρες που απαρτίζονται από πρόσωπα τα οποία φωταγωγούνται από τις οθόνες των smartphones, καθώς κομπάζουν στο Facebook πόσο καλά περνούν στο τάδε μπαρ. Η μοναξιά υπήρχε πάντα, απλώς τώρα κυκλοφορεί με πιο φαντεζί αξεσουάρ. Ο ναρκισσισμός, το χαϊδευτικό του ατομικισμού, αριθμεί πλέον στρατιές ατόμων μοναχικών και ολομόναχων: δεν θέλω να παντρευτώ ούτε και να συζήσω, τα λεφτά που βγάζω θέλω να τα τρώω όλα μόνος μου, να μη δίνω λογαριασμό σε κανέναν.

Μια κοινωνία σε πρώτο ενικό με τις φατσούλες emoticon ως μάσκες της σύγχρονης τραγωδίας ή κωμωδίας που βιώνει ο καθένας. Θέλουμε πολλά τετραγωνικά για τον εαυτό μας και πολλά πίξελ για το είδωλό μας. Παραπονιόμαστε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που μας καταλαβαίνουν πραγματικά και, όταν τελικά βρεθούν, νιώθουμε ότι πνιγόμαστε όπως ο Νάρκισσος στο ρηχό νερό, σε μια ύστατη προσπάθεια να ζήσει για πάντα ερωτευμένος με τον εαυτό του. 
 
*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014, το είδαμε στο http://www.antifono.gr
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Τέλος Εποχής

Κάθε φορά που τελειώνει μια Εποχή τα σημάδια είναι τα ίδια.
Ανικανοποίητοι, πλήρεις απωθημένων, κομπλεξικοί εκφραστές της, οι οποίοι νιώθουν ότι δεν έχουν πολύ χρόνο για να επιτύχουν την πολυπόθητή τους αναγνώριση και να κατευνάσουν κάπως την λιμασμένη ματαιοδοξία τους, δρουν σε δύο επίπεδα ταυτοχρόνως:
Κάποιοι αυτοδιαφημίζονται και αλληλογλύφονται επί σκηνών, στηλών εφημερίδων και τηλεοπτικών παραθύρων, παρουσιαζόμενοι ως φιλόσοφοι, ευέλπιδες ή έμπειροι πολιτικοί, ωραίοι, σωτήρες, εγγυητές της σταθερότητας και μοναδικοί φορείς της ελπίδας για το μέλλον ενώ την ίδια στιγμή δεν είναι τίποτε παραπάνω από μπάζα πια, αδρανή υλικά, ψυχικά και πνευματικά που οδεύουν ολοταχώς προς την αδρανοποίηση και της ύλης τους σφραγίζοντας την αλλαγή αυτή της Εποχής τους.
Κάποιοι άλλοι, της ιδίας συνομοταξίας και την ίδια απολύτως χρονική και ποιοτική περίοδο του βίου τους διανύοντες, επιδίδονται με μανία στο κυνήγι και στην κατασυκοφάντηση των νέων ανθρώπων, της νέας γενιάς, δηλαδή της νέας Εποχής, που νομοτελειακά έρχεται να αντικαταστήσει την δική τους και νιώθουν την καυτή της ανάσα απειλητική να τους ακουμπά στην πλάτη, που, αν και σάπια, όπως όλο το σύστημα εντός τους και γύρω τους, διαθέτει ακόμη κάποιους νευρώνες και διεγείρεται, κυρίως εξ ενστίκτου αυτοσυντήρησης, το οποίο λειτουργεί ως την τελευταία ώρα βεβαίως και μάλιστα όσο πλησιάζει αυτή, τόσο αυτό  εκφράζεται πιο βίαια, πιο κυνικά, πιο ηλιθιωδώς επικίνδυνα.
Τα στερνά τιμούν τα πρώτα, λέει η λαϊκή σοφία εννοώντας φυσικά ότι ο άνθρωπος όσο γερνάει και οδεύει προς την απόσυρση από τον ενεργό βίο, τότε δείχνει το ποιόν του  Η στερνή του συμπεριφορά θα τιμήσει ή όχι τα προηγούμενα χρόνια του. Το αν και κατά πόσο θα ανοίγει δρόμους, θα σέβεται και θα ενθαρρύνει τους νέους, το αν και κατά πόσο δεν θα φέρεται κομπλεξικά απέναντί τους, το αν και κατά πόσο θα έχει συνείδηση της θέσης και της πορείας του, δεν θα αυτοχρίζεται, αυτοδιαφημίζεται, αυτοπροβάλλεται και τελικά αυτογελοιποιείται.
Τον τελευταίο αυτόν καιρό βλέπουμε σε πλήρη έξαρση τα φαινόμενα αυτά, την πολύ έντονη δράση δηλαδή γηραιών και προς απόσυρση ανθρώπων που μας πετούν κατάμουτρα τον ανικανοποίητο εγωισμό τους, την υπέρμετρη ματαιοδοξία τους, την κυνικότητα της προθανάτιας αίσθησης που τους κατατρώει και συνειδητοποιούν ότι δεν ισχύει η βεβαιότητά με την οποίαν ζούσαν τόσα χρόνια, ότι αυτοί οι ίδιοι είναι το παν και ότι μετά από μετά το τέλος τους το προσωπικό, τελειώνει και ο κόσμος.
Φορτσάρουν με τεντωμένα τα ράμφη τους και εκφράζουν απόλυτα ολόκληρη τη σαπίλα που πεθαίνει επιτέλους.
Γιάννης Μακριδάκης
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τέλος εποχής Νο2

Το ότι τελειώνει βεβαίως μια εποχή δεν σημαίνει ότι έρχεται μια άλλη καλύτερη. Συνήθως χειρότερες έρχονται.
Στην Ελλάδα, την εποχή που τελείωσε πριν μερικά χρόνια με γενικευμένες εξεγέρσεις, την διαδέχτηκε η παρούσα, πολύ χειρότερη σε όρους ζωής και πολιτικής, πολύ πιο μαύρη, πολύ πιο κοντά στον μεσαίωνα από ποτέ. Η επερχόμενη εποχή όμως φοβάμαι ότι θα είναι ακόμη χειρότερη.
Διότι η ανθρωπότητα, πόσω μάλλον η ελληνική κοινωνία είναι ακόμη πολύ μακριά από την συνειδητότητα παρ’ όλη την επανάσταση που έχει λάβει χώρα στις συνειδήσεις ενός μεγάλου ποσοστού μελών της τα τελευταία χρόνια της οικονομικής ανέχειας.
Η κρίσιμη μάζα όμως, όπως είναι εύκολα αντιληπτό, δεν αποτελεί ακόμη ορμητικό ρεύμα κι έτσι δεν είναι ικανή να αλλάξει τη ρότα, να αμφισβητήσει εκ βάθρων το σύστημα.
Μια κοινωνία όπως η ελληνική, η οποία αντιπροσωπεύεται και εκφράζεται από μία πολιτική παλέτα, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, προσκολλημένη απόλυτα στο πιο παρωχημένο και αποδεδειγμένα καταστροφικό σύστημα, αυτό του καταναλωτισμού και των αγορών, το οποίον ακολουθεί πράττοντας την μέγιστη των ύβρεων όλος ο δυτικός “πολιτισμός”, δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σύντομα προς κάποιο φωτεινό μονοπάτι.
Φυσικά οι ιδιοτελείς που ονομάζονται παραδοσιακά δεξιοί, ακροδεξιοί και τώρα σε νέα βερσιόν απολιτίκ αλλά φυσικά εμπλουτίζουν σε μεγάλο ποσοστό πλέον και τον χώρο της αριστεράς δεν είναι εύκολο να απαρνηθούν το είναι τους τον τεχνητό εαυτό τους και να εξελιχθούν προς την συνειδητότητα διότι εκτός από συναισθηματικά ανάπηροι οι περισσότεροι είναι και ανίκανοι πλέον να σκεφτούν διότι έχουν τυφλωθεί και ευνουχιστεί εκπαιδευόμενοι και εξειδικευόμενοι ως γρανάζια του συστήματος που ενσαρκώνουν.
Οι άλλοι, οι πιο ανιδιοτελείς και πιο ανήσυχοι είναι στην πλειονότητά τους κι αυτοί, δυστυχώς, πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Διότι έχουν να κάνουν update τουλάχιστον από την εποχή του Λένιν, άλλοι δε βρίσκονται ακόμη στην εποχή του Μαρξ. Ενώ έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, τα τελευταία πενήντα των οποίων ως σίφουνας και ως ερπύστρια πάνω από την ζωή στον πλανήτη, η σύγχρονη αριστερά μιλάει ακόμη με όρους χρηματοοικονομικούς, θεωρεί δηλαδή το σύστημα αυτό ως πραγματικότητα, δεν το αμφισβητεί και δεν έχει να προτείνει τίποτε περισσότερο από μια δικαιότερη μοιρασιά του πλούτου δηλαδή του παραγόμενου χρήματος, ψελλίζοντας μονάχα κάτι περί “περιβάλλοντος”, περί αειφόρου ανάπτυξης και λοιπά οπισθοδρομικά και άψυχα κι αυτά, έτσι, διότι το επιβάλλει η εποχή.
Αν πεις π.χ. σε έναν “αριστερό” ότι η ανακύκλωση είναι μια άχρηστη και περιβαλλοντικά επιβαρυντική διαδικασία διότι δαπανά-σπαταλά ενέργεια δηλαδή φυσικούς πόρους για να μετατρέψει άχρηστα αντικείμενα σε άλλα άχρηστα αντικείμενα και ότι η μόνη επιλογή για την ανθρωπότητα είναι η μη παραγωγή άλλων απορριμμάτων πλέον, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο με την αλλαγή τρόπου ζωής και την στροφή προς τον αντικαταναλωτισμό, την μη αγορά και χρήση συσκευασιών, την διατροφή με φυσικές τροφές και όχι με επεξεργασμένα και μαζικά παρασκευασμένα τρόφιμα, τότε ο αριστερός αυτός σε κοιτάζει λοξά και σε κατατάσσει στους αναχωρητές τουλάχιστον, στους μη ρεαλιστές, διότι απλά θεωρεί ρεαλισμό το σύστημα το τεχνητό κι όχι το αυθύπαρκτο. Για τους άλλους, τους ιδιοτελείς, είπα εξαρχής, δεν σηκώνει ούτε να σκεφτούμε οτιδήποτε αφού ενσαρκώνουν την κατάντια της ανθρωπότητας.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα θέματα, στα οποία η φυσική ζωή προσφέρει μια πολύ πιο προχωρημένη οπτική από ό,τι η καταναλωτική διαβίωση.
Ένας άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στο κέντρο του, που είναι γειωμένος και συνειδητό φυσικό ον δεν μπορεί παρά να απελπίζεται όταν διαπιστώνει πως είναι αναγκασμένος να ζει ανάμεσα σε συστημικούς καταναλωτές όλου του πολιτικού φάσματος, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν συναισθάνονται ούτε σκέφτονται, ούτε καν γνωρίζουν οι περισσότεροι από αυτούς την φυσική τους υπόσταση, τους φυσικούς πόρους και τις συνέπειες της καθημερινής τους διαβίωσης στο ίδιο τους το Είναι.
Δυστυχώς λοιπόν, παρόλο που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούνται αυτή την καταλυτική εποχή, είναι σχεδόν απίθανο να δούμε καλύτερες και ανθρωπινότερες, φυσικότερες μέρες στο διάστημα του βραχέως φυσικού μας βίου. Τουλάχιστον θα φύγουμε από τη ζωή, όσοι από εμάς έχουν νιώσει και έχουν αλλάξει ρότα συρρικνώνοντας μέχρις εξαφανίσεως το περιβαλλοντικό τους ίχνος επί της γης, με την ψευδαίσθηση ότι θα έχουν γίνει οδηγοί για κάποιους άλλους ανθρώπους στο εγγύς και απώτερο μέλλον.
Γιάννης Μακριδάκης
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs