Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιράν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Οι Αμερικανοί, το ISIS, το Ιράν και η Ελλάδα


Το περίπλοκο διπλωματικό παζλ της Μέσης Ανατολής και η Ελλάδα
Οι Αμερικανοί, το ISIS, το Ιράν και ο Τσίπρας
 

Πολλοί ήταν εκείνοι που το προηγούμενο διάστημα έμειναν με την απορία για το έντονο αμερικανικό ενδιαφέρον και τις πολλές δηλώσεις υπέρ της νέας αριστερής ελληνικής κυβέρνησης. Προς τι αλήθεια τα ταξίδια αμερικανών οικονομικών παραγόντων στην Αθήνα και οι συνεχείς προεδρικές παρεμβάσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την ελληνική υπόθεση;

Ορισμένοι αποδίδουν το αμερικανικό ενδιαφέρον στις ανησυχίες για την ευρωζώνη και στις επιδράσεις που μπορεί να ασκήσει στην παγκόσμια οικονομία και κατ' επέκταση στην αμερικανική ένα ενδεχόμενο ρήγμα ή θραύσμα στη ζώνη του ευρώ. Άλλοι θεωρούν ότι είναι η διαρκής τα τελευταία χρόνια αντιπαράθεση με τη Γερμανία για το μίγμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη που κινεί τους αμερικανούς.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός κ.Αλ.Τσίπρας απέδωσε το αμερικανικό ενδιαφέρον στη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και στους κινδύνους που μπορεί να κρύβει ενδεχόμενη οικονομική και πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας μας για ολόκληρη την περιοχή. Την άποψη Τσίπρα επεξέτεινε και εξειδίκευσε ο υπουργός Εξωτερικών κ.Νίκος Κοτζιάς ο οποίος περιέγραψε την Ελλάδα ως όαση σταθερότητας και Δημοκρατίας σε μια ευρύτατη ζώνη αστάθειας από την Ουκρανία μέχρι τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Όντως αυτή η εκδοχή δείχνει να συγγενεύει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές,το μεγαλύτερο πρόβλημα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τούτο τον καιρό ακούει στο όνομα ISIS. Οι αμερικανοί αντιμετωπίζουν το Ισλαμικό κράτος και τα παράγωγά του στο Σινά, στη Λιβύη, στη Νιγηρία και αλλού ως την σοβαρότερη απειλή και αναζητούν αποτελεσματικούς τρόπους και ικανούς συμμάχους για την αντιμετώπισή του. Από τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι δεν αφήνουν κανένα περιθώριο άμεσης αμερικανικής εμπλοκής στο έδαφος, όλα εξαρτώνται από τις συμμαχίες στην ευρύτερη περιοχή δράσης των φανατικών του ISIS.

Έχουν καταλήξει μάλιστα ότι η μόνη δύναμη που είναι ικανή να αντιμετωπίσει τους τζιχαντιστές της Ράκα και της Μοσούλης δεν είναι άλλη απ' αυτή των εκσυγχρονισμένων μουλάδων του Ιράν. Ο στρατός των οποίων προετοιμάζει συστηματικά την ανακατάληψη του Τικρίτ, της πατρίδας του Σαντάμ Χουσείν, και της Μοσούλης. Με άλλα λόγια στρατηγοί και μάχιμες δυνάμεις της Τεχεράνης θα αναλάβουν την αντιμετώπιση στο έδαφος των ορδών του χαλίφη Μαγκτάντι και του αιμοσταγούς Τζιχαντι Τζων.

Ουσιαστικά οι αμερικανοί κατέληξαν ότι μόνο οι Ιρανοί μπορούν να αναλάβουν την επιχείρηση καταστροφής του Ισλαμικού Χαλιφάτου και έτσι συμφώνησαν, προφανώς με ανταλλάγματα, να τους δώσουν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν την προαναγγελθείσα εαρινή αντεπίθεση κατά των τζιχαντιστών.

Το ζήτημα είναι ότι οι αμερικανοί με την επιλογή τους προκάλεσαν άλλους σημαντικούς συμμάχους τους στην ευρύτερη ζώνη της Μέσης Ανατολής.Οι Ισραηλινοί αντιτίθενται ευθέως στην αναβάθμιση του ρόλου της Τεχεράνης στην περιοχή.Τους αντιμετωπίζουν ως εχθρούς, φοβούνται ότι το αντάλλαγμα θα είναι η συνέχιση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και επιπλέον γνωρίζουν ότι έτσι θα ενισχυθεί η αντίπαλη Χεζμπολάχ που κατοικοεδρεύει στο Λίβανο και γενικώς αισθάνονται έτσι θα περικυκλωθούν από ισχυρότερες εχθρικές δυνάμεις. Αυτοί οι φόβοι εξηγούν και την πρωτοφανή στάση του Νετανιάχου, ο οποίος ταξίδεψε στις ΗΠΑ για να δει μόνο τους ρεπουμπλικάνους αποκλείοντας τον Πρόεδρο Ομπάμα και τους επιτελείς των Μπάιντεν και Κέρι. Ηδη οι αμερικανοί επίσημοι αντέδρασαν στην πρόκληση Νετανιάχου δείχνοντας με πολύ συγκεκριμένο τρόπο ότι δεν μετακινούνται από την επιλογή του Ιράν για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.

Αντιστοίχως δυσφορία για άλλους λόγους έδειξε η Τουρκία του Ερντογάν. Ιστορικοί λόγοι, αλλά και ζητήματα που συνδέονται με τις τουρκικές επιδιώξεις στην ευρύτερη περιοχή, δεν ευνοούν την υποστήριξη χερσαίων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους από την πλευρά της Τουρκίας, αλλά ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή ευθεία εμπλοκή του Ιράν στην διάλυση του σχήματος των Τζιχαντιστών.

Ταυτόχρονα αντίθετη προς την εμπλοκή της Τεχεράνης είναι η Σαουδική Αραβία, η οποία αντιλαμβάνεται με οικονομικούς όρους τα οφέλη που θα αποκομίσει το Ιράν από μια πιθανή επιτυχή αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους. Κάτι τέτοιο αν συμβεί θα ελευθερώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές του Ιρανικού πετρελαίου και θα ισχυροποιήσει τη θέση της Τεχεράνης στη διεθνή αγορά πετρελαίου, που τώρα σχεδόν εξουσιάζουν οι σεΐχηδες του Ριάντ.
Όπως φαίνεται το διπλωματικό παζλ της περιοχής γίνεται περίπλοκο και οι αμερικανοί κινδυνεύουν να χάσουν ισχυρούς συμμάχους στην περιοχή στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την αναβίωση της πιο σκληρής και αρχέγονης εκδοχής του Ισλάμ.

Γνωρίζουν ωστόσο ότι δεν έχουν πολλές επιλογές. Οι δυνατότητες που τους αποδίδονται δεν υπάρχουν. Oμολογείται πλέον από την Ουάσιγκτον ότι η CIA δεν έχει δυνάμεις στην περιοχή και ο αμερικανικός στρατός δεν είναι διατεθειμένος, λόγω οικονομικού, ανθρώπινου και πολιτικού κόστους να πραγματοποιήσει χερσαίες επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους. Ως εκ τούτου αναζητεί συμμαχίες όπου τις βρει.

Σ' αυτό λοιπόν το περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον «κολλάει» με έναν τρόπο και το ελληνικό πρόβλημα.Οι αμερικανοί αντιμετωπίζουν την Ελλάδα, με όλα τα προβλήματά της, ως μια όαση σταθερότητας σε μια ζώνη απολύτως προβληματική. Είναι δημοκρατική χώρα, με θεσμούς και λειτουργίες δυτικές, σταθερά ατλαντική, εθνικά ομοιογενή, με
συνεκτική κοινωνία και ισχυρές ένοπλες δυνάμεις.

Από αυτή την άποψη και εξαιτίας της γειτνίασής της με τη ζώνη της φωτιάς δεν θέλουν σε καμία περίπτωση την αποσταθεροποίησή της. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν θεωρούν ότι μπορεί να παίξει εξισορροπητικό ρόλο και να προσφέρει τις καλές της διπλωματικές υπηρεσίες μεταξύ αντιμαχόμενων ή αντιπάλων.

Χωρίς αμφιβολία οι αμερικανοί εκτιμούν την γεωπολιτική αξία της Ελλάδας. Αν μάλιστα χειρισθεί με έναν τρόπο τα οικονομικά της προβλήματα αυτός ακριβώς ο γεωπολιτικός ρόλος μπορεί να ενισχυθεί και η αξία της να πολλαπλασιασθεί.

Αρκεί λοιπόν η κυβέρνηση Τσίπρα να προχωρήσει στοιχειωδώς τις οικονομικές υποθέσεις της χώρας μέχρι τον Ιούνιο και να διαμορφώσει περιβάλλον για αναζήτηση μονιμότερης αντιμετώπισης του οικονομικού προβλήματος από εκεί και πέρα.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

STRATFOR: Οι κρίσεις Ελλάδας, Ουκρανίας και Ιράν, συνδέονται!

STRATFOR: Οι κρίσεις Ελλάδας, Ουκρανίας και Ιράν, συνδέονται!

Της Reva Bhalla, STRATFOR

Τις τελευταίες ημέρες επετεύχθη στις Βρυξέλλες συμφωνία, η οποία κρατά την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, συμφωνήθηκε ένας οδικός χάρτης για την κατάπαυση του πυρός στην Αν. Ουκρανία και διεξήχθησαν συνομιλίες στη Γενεύη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το να γίνει κατανοητό πως αυτές τρεις αυτές κρίσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους αποτελεί το πρώτο βήμα για να αντιληφθούμε που μπορεί να συμβεί η επόμενη έκρηξη.
Η Γερμανία, για μια ακόμα φορά, κατέστη θύμα της ισχύος της. Ως ο βασικός χρηματοδότης και πιστωτής, η Γερμανία έχει την πολιτική ευθύνη να διατηρήσει εν ζωή κράτη όπως η Ελλάδα, που εξαρτώνται από την απόφαση της καγκελαρίου Μέρκελ να τους εκδώσει άλλη μια επιταγή διάσωσης. Η Γερμανία επίσης εξάγει το 50% του ΑΕΠ της και οι περισσότερες εξαγωγές της διοχετεύονται στην Ευρώπη. Έτσι η Γερμανία μάχεται για να προστατεύσει τις εξαγωγές της, απλώς για να προστατεύσει τον εθνικό πλούτο της.
Πολλοί χαρακτηρίζουν την συμφωνία των Βρυξελλών ως νίκη του Βερολίνου επί της Αθήνας, καθώς οι Ευρωπαίοι υπουργοί, της Ισπανίας, Πορτογαλίας και Γαλλίας περιλαμβανομένων, στήριξαν τη Γερμανία, υποστηρίζοντας πως η Ελλάδα οφείλει να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της.
Ωστόσο, η Μέρκελ δεν είναι διατεθειμένη να διακινδυνεύσει απεριόριστη διάθεση πόρων στις πρόχειρες ελληνικές δεσμεύσεις περί μείωσης του κόστους των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στον ελληνικό λαό, ο οποίος, για την ώρα βλέπει ακόμα τον ΣΥΡΙΖΑ ως σωτήρα από τη λιτότητα.
Τους επόμενους τέσσερις μήνες Γερμανία και Ελλάδα θα βρίσκονται αντιμέτωπες και η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα εξακολουθεί να μην παρουσιάζει τα διαπιστευτήρια λιτότητας, τα οποία το Βερολίνο χρειάζεται για να πείσει τους δικούς του ευρωσκεπτικιστές, πως έχει ακόμα τη θεσμική ισχύ και την αξιοπιστία να επιβάλει τη γερμανική οπτική στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Όσο περισσότερο χρόνο κερδίζει η Γερμανία, τόσο πιο άκαμπτη θα καταστεί η γερμανική, αλλά και η ελληνική διαπραγματευτική θέση και οι όλο και περισσότεροι σοβαροί έμποροι, επιχειρηματίες και πολιτικοί μαζί, θα θεωρούν την απειλή της ελληνικής εξόδου από την Ευρωζώνη ως την πρώτη κίνηση μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που θα μπορούσε να τη συντρίψει.
Επιχειρώντας να ισχυροποιήσει τη θέση της Γερμανίας σε τυχόν κλιμάκωση της κρίσης της Ευρωζώνης, η Μέρκελ πρέπει να κλείσει το ανατολικό της μέτωπο. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη πως προσπάθησε πολύ σκληρά για τη νέα συμφωνία του Μινσκ. Για αυτό και δεν κατήγγειλε την κατάρρευση της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι οι φιλορώσοι αυτονομιστές συνέχισαν τις επιχειρήσεις μέχρι να καταλάβουν την πόλη Ντεμπαλτσέβε.
Οι Γερμανοί, μυστικά, έπεισαν την Ουκρανία να αποδεχτεί τα τετελεσμένα. Ωστόσο, οτιδήποτε και να κάνει η Γερμανία δεν μπορεί να μειώσει την ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται στη Δύση, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν δεν κινείται από κατακτητική μανία. Απλώς κοιτά τον χάρτη και προσπαθεί να εξασφαλίσει το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας από μια όμορη χώρα η οποία θα βρίσκεται υπό την επιρροή της ισχυρότερης χώρας της Δύσης.
Οι ΗΠΑ, όπως ανακοίνωσαν και στη Ρωσία, διατηρούν το δικαίωμα να αποστείλουν όπλα στους Ουκρανούς. Τα βαρέα όπλα όμως, οδηγούν στην αποστολή εκπαιδευτών και οι εκπαιδευτές στην αποστολή χερσαίων δυνάμεων. Από την πλευρά του, ο Πούτιν, βλέπει ήδη τις ΗΠΑ να επεκτείνονται και εκτός του μηχανισμού του ΝΑΤΟ, στρατολογώντας συμμάχους κατά της Ρωσίας, στη ρωσική περιφέρεια.
Ακόμα και μια βραχυχρόνια ανακωχή να επιτευχθεί στην Ουκρανία, τίποτα δεν μπορεί να αποκλείσει τη βαθύτερη αμερικανική διείσδυση στην περιοχή. Αυτό το σκεπτικό οδηγεί τις κινήσεις Πούτιν και θα εξακολουθήσει τους επόμενους μήνες, καθώς ο Πούτιν αξιολογεί τις στρατιωτικές του επιλογές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κατάληψη εδαφών προς εξασφάλιση, από Βορρά, της Κριμαίας, ή μια ακόμα βαθύτερη προώθηση μέχρι τον Δνείπερο, ή μια προκλητική ενέργεια στη Βαλτική, για να δοκιμαστεί η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να αποκλείσουν καμία από τις παραπάνω πιθανές ενέργειες των Ρώσων. Όμως, η επικέντρωση στο Ευρασιατικό θέατρο επιβάλει τον τερματισμό των εκκρεμοτήτων στη Μέση Ανατολή, μια εκ των οποίων είναι και το Ιράν. Έτσι φτάνουμε στη Γενεύη και στη συνάντηση Κέρι με τον Ιρανό ομόλογό του Ζαρίφ.
Η χθεσινή συνάντηση έγινε για να επιλυθούν επιμέρους ζητήματα, σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, πριν την 31η Μαρτίου, ημέρα που ο πρόεδρος Ομπάμα θα πρέπει να πείσει το Κογκρέσο, πως έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στις συνομιλίες, ώστε το σώμα να μην επιβάλει νέες κυρώσεις κατά του Ιράν.
Για να απαλλαγούν από το βάρος της Μέσης Ανατολής οι ΗΠΑ αναζητούν περιφερειακές δυνάμεις, με δεδομένα και πολλές φορές ανταγωνιστικά συμφέροντα, για να τις «ελαφρύνουν». Μια συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν θα αφορά ζητήματα πολύ σημαντικότερα από το πόσο ουράνιο η Τεχεράνη θα εμπλουτίζει ή ποιες κυρώσεις θα αρθούν ή θα χαλαρώσουν. Θα θέσει τα όρια της ιρανικής ζώνης επιρροής και θα επιτρέπει σε ΗΠΑ και Ιράν να συνεργαστούν σε τομείς κοινών τους συμφερόντων.
Αυτό είναι ήδη ορατό στο Ιράκ και στην Συρία, όπου η απειλή του Ισλαμικού Κράτους έχει επιβάλει την συνεργασία σε ΗΠΑ και Ιράν. Αν και οι επίσημες αμερικανικές δηλώσεις θα είναι αρκετά προσεκτικές, για να μην ενταθεί η ανησυχία του Ισραήλ, οι ΗΠΑ έχουν ήδη κάνει ακόμα και ευνοϊκά σχόλια για τη δράση της Χεζμπολάχ στη Συρία, έχοντας πραγματοποιήσει ακόμα και επαφές με αντιπροσώπους της οργάνωσης. Ίσως αυτό φαντάζει ως ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά δεν είναι, καθώς ο Ιράν βλέπει την επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ ως ευκαιρία αναγνώρισης της Χεζμπολάχ ως νόμιμου πολιτικού δρώντα στην περιοχή.
Η επαναπροσέγγιση ΗΠΑ- Ιράν δεν θα τελειώσει τον Μάρτιο, τον Ιούνιο ή βάσει του όποιου χρονοδιαγράμματος. Οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και τις κυρώσεις θα παραταθούν και το 2016, όταν το Κογκρέσο θα μπορεί να επιτρέψει την απενεργοποίηση των κυρώσεων κατά του Ιράν, όταν ο Ιράν θα έχει επιδείξει «καλή διαγωγή» και θα έχει πραγματοποιήσει τις βουλευτικές του εκλογές.
Προβλήματα μπορεί να προκύψουν από τον θάνατο του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, αλλά ακόμα και αυτά δεν πρόκειται να μεταβάλουν τη στάση του Λευκού Οίκου για επαναπροσέγγιση με το Ιράν, ανεξάρτητα με το ποιο κόμμα θα κυβερνά τις ΗΠΑ, καθώς αμφότερα θεωρούν την αυξανόμενη ένταση στο ευρασιατικό θέατρο πολύ σημαντικότερη. Παρόλα αυτά, οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να βασίζονται και στις άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία, υποδαυλίζοντας τις μεταξύ τους διαφορές.
Συμπερασματικά, η Γερμανία χρειάζεται μια συμφωνία με τη Ρωσία, ώστε να ξεπεράσει τη υπάρχουσα κρίση στην Ευρωζώνη. Η Ρωσία χρειάζεται συμφωνία με τις ΗΠΑ ώστε να σταματήσει η αμερικανική διάχυση στη ρωσική ζώνη επιρροής και οι ΗΠΑ χρειάζονται μια συμφωνία με το Ιράν, ώστε να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση της Ρωσίας. Όλες αυτές οι συγκρούσεις συνδέονται μεταξύ τους.
Γερμανία και Ρωσία μπορεί να καταφέρουν να βρουν τον τρόπο επίλυσης των διαφορών τους. Το ίδιο και οι ΗΠΑ με το Ιράν. Όμως μια παρατεταμένη κρίση της Ευρωζώνης δεν μπορεί να αποφευχθεί, όπως δεν μπορεί να ξεπεραστεί η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης των Ρώσων για τις προθέσεις των ΗΠΑ στην περιφέρειά τους.
Και οι δύο κρίσεις φέρνουν τις ΗΠΑ πίσω στη Ευρασία. Η Γερμανία πειθαναγκάζει τις ΗΠΑ να κινηθούν εκτός ΝΑΤΟ για να περικυκλώσουν τη Ρωσία, η οποία, παρά την οικονομική πίεση, θα βρει τον τρόπο να αντιδράσει.
ΑΠΟΔΟΣΗ: Παντελής Καρύκας, http://www.defence-point.gr/http://mignatiou.com
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Χαμένη η Άγκυρα από τη συμφωνία για το Ιράν;


του Alexander Kouttab

Πολύ προσοχή δόθηκε στο πώς θα αντιδράσουν οι Σαουδική Αραβία και Ισραήλ στην ενδιάμεση συμφωνία που επιτεύχθηκε το Νοέμβριο μεταξύ του Ιράν και των Ρ5+1 δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία), καθώς και οι δύο βλέπουν τις σχέσεις τους με το Ιράν με όρους μηδενικού αθροίσματος. Η συμφωνία έχει επίσης σημαντικές επιπτώσεις για την Τουρκία, μια περιφερειακή δύναμη από μόνη της, και μία που διατηρεί σχετικά στενές σχέσεις με το Ιράν. Ειδικότερα, η Τουρκία αντιμετωπίζει κάποιες δύσκολες αποφάσεις για την μελλοντική κατεύθυνση της εξωτερικής της πολιτικής στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική (ΜΕΝΑ) μετά από τις αραβικές εξεγέρσεις. Η συμφωνία του προηγούμενου μήνα έρχεται απλώς να προστεθεί στα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας.

Η δημιουργία στενότερων δεσμών με το Ιράν υπήρξε βασικός πυλώνας της πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» και της καλλιέργειας του δόγματος «στρατηγικού βάθους». Το τελευταίο έχει στόχο να επανακαθιερώσει την Τουρκία ως έναν ισχυρό περιφερειακό παράγοντα –που απέχει πολύ από τα χρόνια της αυτοεπιβληθείσας απομόνωσης επί κεμαλισμού- ενισχύοντας τις οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με τους γείτονές της, προάγοντας μεγαλύτερη περιφερειακή ολοκλήρωση και συνεργασία, και τελικώς επαναπροσδιορίζοντας την Τουρκία ως ένα σημαντικό μεσολαβητή στις περιφερειακές συγκρούσεις, καθώς και έναν απαραίτητο συνομιλητή μεταξύ ΜΕΝΑ και της Δύσης.

Την τελευταία δεκαετία, η ενεργειακή και εμπορική συνεργασία έχει οδηγήσει τις τουρκό-ιρανικές σχέσεις πιο κοντά. Το Ιράν είναι τώρα ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία (πίσω από τη Ρωσία) και επίσης μια σημαντική πηγή αργού πετρελαίου. Το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών έχει επίσης αυξηθεί και στοχεύει να φθάσει τα 30 δισ. δολάρια μέχρι το 2015, έχοντας ήδη διαμορφωθεί το 2012 στα 21,3 δισ. δολάρια. Σε διπλωματικό επίπεδο, η Τουρκία έχει υπάρξει δυναμικός υποστηρικτής του δικαιώματος της Τουρκίας να αναπτύξει ένα ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα και είναι ένας συνεπής υποστηρικτής των διαπραγματεύσεων αντί των κυρώσεων για την αντιμετώπιση των ανησυχιών σχετικά με τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν.

Η Τουρκία μπορεί έτσι να πάρει πολλά θετικά από τη συμφωνία με το Ιράν και τις Ρ5+1 δυνάμεις, με οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων έναντι του Ιράν να υπόσχεται να πληρώσει σημαντικά μερίσματα για την Τουρκία και οποιαδήποτε συμφωνία που μπορεί να καθησυχάσει τις περιφερειακές εντάσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση εν τω μέσω προσπαθειών για να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας περιφερειακής κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών.

Ωστόσο υπάρχει ένας αριθμός αρνητικών. Αν και είναι απίθανο να έχει ποτέ αποτελέσει το βασικότερο στοιχείο μιας συμφωνίας μεταξύ του Ιράν και των Ρ5+1 δυνάμεων, το γεγονός πως η Τουρκία δεν είχε κανένα ρόλο στη μεσολάβηση της συμφωνίας του προηγουμένου μήνα, μπορεί να σημάνει μόνο προβλήματα για τον αυτοαποκαλούμενο ρόλο της ως σημαντικό περιφερειακό διαμεσολαβητή. Πραγματικά, το 2010, το κυβερνών ΑΚΡ στην Τουρκία ένωσε τις δυνάμεις του μαζί με τη Βραζιλία σε μια προσπάθεια να μεσολαβήσει για ακριβώς μια τέτοια συμφωνία μεταξύ των Ρ5+1 δυνάμεων και της Τεχεράνης.

Ήταν μια τολμηρή απεικόνιση της φιλοδοξίας και της εμπιστοσύνης και ενώ απορρίφθηκε από τις Γαλλία, Ρωσία και ΗΠΑ, οδήγησε στην υπογραφή της Διακήρυξης της Τεχεράνης από τους Recep Tayyip Erdogan, Lula da Silva και Mahmoud Ahmadinejad. Αυτή η ίδια εμπιστοσύνη έχει αντικατασταθεί από πολύ άγχος και αστοχίες σήμερα στην Άγκυρα. Λανθασμένοι υπολογισμοί που κόστισαν τόσο στην περίπτωση της Συρίας όσο και της Αιγύπτου, έφεραν στο εσωτερικό τα όρια της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας και την ικανότητά της να χειριστεί τις περιφερειακές δυνάμεις. Στη Συρία, η στήριξη του ΑΚΡ για το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο και τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό έναντι του καθεστώτος του προέδρου Bashar al-Assad, έχει σε μεγάλο βαθμό αναιρεθεί εν τω μέσω αυξημένων εντάσεων εντός της συριακής αντιπολίτευσης, καθώς και της άρνησης της Αμερικής να επέμβει στη Συρία (η ενίσχυση των τουρκό-συριακών σχέσεων ήταν άλλος ένας πυλώνας της τουρκικής πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες). Στην Αίγυπτο, η υποστήριξη της Άγκυρας για την κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και η κριτική της τρέχουσας στρατιωτικής κυβέρνησης της Αιγύπτου, έχει φέρει τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών στο έσχατο σημείο.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Άγκυρα βρίσκει τον εαυτό της όλο και περιθώριο περιθωριοποιημένο και ο όλο και πιο συχνά προβαλλόμενος ισχυρισμός της ότι διαθέτει μοναδική εικόνα για την περιοχή δεδομένων των πολιτισμικών και ιστορικών δεσμών, ακούγεται όλο και πιο κούφιος. Εκτός από το να ποντάρει στην πλευρά των ηττημένων, η απόφαση της Άγκυρας να διαλέξει πλευρά per se έχει προκαλέσει την μεγαλύτερη ζημιά. Η αναμφισβήτητα κομματική προσέγγιση των αραβικών εξεγέρσεων έχει καταστρέψει το πρόσχημα της Τουρκίας ότι είναι ένας ουδέτερος συνομιλητής στις περιφερειακές εντάσεις ή ένας περιφερειακός παίκτης με επιρροή που απολαμβάνει μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες (με την προφανή εξαίρεση να είναι το Ισραήλ), τα οποία έθεσαν τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής της εξωτερικής πολιτικής στη ΜΕΝΑ και έχουν κεντρική σημασία για το οπλοστάσιο της εξωτερικής πολιτικής της.

Σχεδόν με όποιο τρόπο και αν το δει κανείς, ένα αναγεννημένο Ιράν είναι πιθανό να προκαλέσει νέα δεινά. Περισσότερο από ένας σημαντικός εμπορικός εταίρος, το Ιράν είναι ένας τρομερός περιφερειακός αντίπαλος. Και οι δύο χώρες βρίσκονται σε αντιπαράθεση σχετικά με τη Συρία και το Ιράκ, ενώ άλλα πιθανά σημεία ανάφλεξης περιλαμβάνουν την Παλαιστίνη, τους Κούρδους της Συρίας και σε μικρότερο βαθμό την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο. Οποιαδήποτε ενίσχυση του «χεριού» του Ιράν στην περιοχή, είναι επομένως πιθανό να μετριάσει τις περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας.

Η άμεση επαφή μεταξύ του Ιράν και των Ρ5+1 θα αποδυναμώσει επίσης το ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακό μεσολαβητή. Γιατί να μιλήσει κανείς με την Τουρκία όταν μπορεί να μιλήσει απευθείας στο Ιράν από τη μια πλευρά, και στη Σαουδική Αραβία από την άλλη; Και κάθε ρόλο που έχει αναλάβει το Ιράν στη διαμεσόλάβηση στις περιφερειακές εντάσεις, ιδιαίτερα στη Συρία και στο Ιράκ, απλώς θα ενισχύσει περαιτέρω την απομόνωση της Τουρκίας, περιορίζοντας την περιφερειακή επιρροή της και φέρνοντας τις αποτυχίες της πολιτικής της στην Αίγυπτο, τη Συρία και αλλού, σε όλο και πιο έντονη ανακούφιση.

Αντιμέτωπη με τέτοιες τεράστιες προκλήσεις, είναι δύσκολο να δούμε κάποιον δρόμο προς τα εμπρός για την Τουρκία που δεν περιλαμβάνει κάποιου είδους πολιτική αναθεώρηση. Στρέφοντας το βλέμμα της προς το εσωτερικό και πιέζοντας για μια ειρηνευτική διαδικασία στο κουρδικό, είναι πιθανώς μια επιλογή. Το ΑΚΡ είναι επίσης πιθανό να χρησιμοποιήσει τη συμφωνία του προηγουμένου μήνα μεταξύ του Ιράν και των Ρ5+1 δυνάμεων για να επαναπροσανατολίσει την εξωτερική της πολιτική προς μια περισσότερο διαλλακτική θέση για τη Συρία και το Ιράκ, και ίσως ακόμη και την Αίγυπτο. Αντί να μεσολαβεί στις διαφορές μεταξύ του Ιράν και της Δύσης, η Άγκυρα μπορεί κάλλιστα να περάσει πολύ χρόνο προσπαθώντας να μεσολαβήσει στις πολιτικές διαφορές μεταξύ της ίδιας και της Τεχεράνης, επιλέγοντας να αξιολογήσει κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο χωρών, υποβαθμίζοντας παράλληλα την περιφερειακή τους κόντρα και προσπαθώντας να μην μοιάζει σαν ένας μικρός εταίρος. Τέλος, μπορεί απλώς να είναι το Ιράν που βοηθάει την Τουρκία να βγει από το «κρύο» και όχι το αντίθετο. παράξενα πράγματα έχουν συμβεί στη ΜΕΝΑ.


Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ:http://ecfr.eu/blog/entry/iran_deal_is_ankara_a_loser


Πηγή:www.capital.gr μέσω 
http://www.inprecor.gr/
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Πώς αντιμετωπίζεται η συμφωνία Ιράν-μεγάλων δυνάμεων


Του Κώστα Ράπτη

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Bibi Netanyahu έκανε λόγο για “ιστορικό λάθος”: το αν πρόκειται (και από τίνος την οπτική γωνία) για “λάθος”, μένει να φανεί στο προσεχές μάλλον – όμως η εξάμηνης διάρκειας ενδιάμεση συμφωνία που υπέγραψαν στην Γενεύη οι υπουργοί Εξωτερικών του Ιράν και της ομάδας “5+1” (μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συν τη Γερμανία) σχετικά με το επίμαχο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης δικαιούται ήδη τον χαρακτηρισμό “ιστορική”, καθώς διαθέτει τη δυναμική να αναδιατάξει το σύστημα συμμαχιών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και τις υφιστάμενες ισορροπίες στη διεθνή αγορά ενέργειας.

Η συμφωνία προβλέπει την απαλλαγή της δοκιμαζόμενης ιρανικής οικονομίας από κυρώσεις ύψους 7 δισ. δολαρίων, με αντάλλαγμα τον περιορισμό του εμπλουτισμού ουρανίου σε επίπεδα κάτω του 20%. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό ο οποίος διασώσει το γόητρο και των δύο πλευρών, εφόσον δεν αμφισβητεί εν γένει το νόμιμο δικαίωμα της Τεχεράνης στις δραστηριότητες εμπλουτισμού, αλλά διατηρεί την πίεση που συνιστά ο κύριος όγκος των κυρώσεων. Οι πρόσφατες δηλώσεις του αγιατολλάχ Hamenei περί των “κόκκινων γραμμών” της Τεχεράνης (οι πιο σκληρές αφότου η διαπραγμάτευση πέρασε στην παρούσα φάση της) αποδεικνύεται ότι περισσότερο απέβλεπαν στο να καθησυχάσουν το εγχώριο ακροατήριο ότι δεν εγκαταλείπονται ζωτικά εθνικά συμφέροντα.

Αντίθετα, για το Ισραήλ, το οποίο δια του Netanyahu δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από την συμφωνία της Γενεύης, η διεθνής κοινότητα επαναλαμβάνει το λάθος του 2007 όταν δόθηκαν κίνητρα στη Βόρειο Κορέα ώστε να σταματήσει ο εμπλουτισμός πλουτωνίου, μόνο και μόνο για να επαναληφθούν οι βορειοκορεατικές πυρηνικές δοκιμές πέντε χρόνια αργότερα.

Το timing ήταν κρίσιμο, καθώς η επταετής διαπραγμάτευση απέκτησε νέα πνοή με την εκλογή το καλοκαίρι το μετριοπαθούς Hassan Rowhani στην ιρανική προεδρία. Κυρίως όμως, η επίτευξη συμφωνίας οφείλεται, κατά τον Gideon Rachman των Financial Times, στην πίεση χρόνου που δημιουργούσε αφενός η προοπτική ανάπτυξης του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος σε μη αντιστρεπτά επίπεδα το 2014 και αφετέρου η ανάγκη να προληφθεί η ανασύνταξη όσων έχουν κάθε συμφέρον να τορπιλισθεί μια εξομάλυνση των σχέσεων του Ιράν με τη Δύση. Πρόσφατη άλλωστε είναι η αναπάντεχη αντίδραση της Γαλλίας η οποία απέτρεψε την ολοκλήρωση του deal

Η ύπατη εκπρόσωπος της Ε.Ε. για την Εξωτερική Πολιτική βαρώνη Ashton, σε μια σπάνια στην άχρωμη θητεία της επιτυχία, πιστώνεται με τους χειρισμούς οι οποίοι έδωσαν την τελική ώθηση στην διαπραγμάτευση. Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο ήταν η βούληση της Ουάσιγκτον (όπως αυτή είχε γίνει γνωστή με διαρροές στον Τύπο ήδη λίγο πριν την επανεκλογή του Baracak Obama και όπως συνιστούσαν βαριά ονόματα της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης σαν τους Zbigniew Brzezinski και Brent Scowcroft) να “κλείσει” το συγκεκριμένο μέτωπο.

Αν η δημοσίως εκτυλισσόμενη διπλωματική προσπάθεια είχε το δικό της σασπένς, η διαπραγμάτευση ουσίας πραγματοποιήθηκε, όπως αποκαλύπτει το Associated Press, σε σειρά συναντήσεων που έλαβαν χώρα ήδη από τον Μάρτιο στο Μουσκάτ, με τη διευκόλυνση του βασιλιά Qaboos του Ομάν, ανάμεσα σε εκπροσώπους του Ιράν και τους William Burns (υφυπουργό Εξωτερικών) και Jake Sullivan (σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του αντιπροέδρου Biden) από αμερικανικής πλευράς.

Το ότι οι συναντήσεις αυτές κρατήθηκαν μέχρι πρόσφατα μυστικές ακόμη και από τα υπόλοιπα μέλη της “Ομάδας 5+1” ή άλλους συμμάχους των ΗΠΑ αποτυπώνει ξεκάθαρα την εκτίμηση της Ουάσιγκτον ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για την εξασφάλιση συμφωνίας προέρχονται “εξ οικείων”. Πράγματι, ο επιθετικός τόνος που συνεχίζει να υιοθετεί η ισραηλινή ηγεσία (ακόμη και μετά την προσχώρηση στο deal του Francois Hollande, στον οποίο την προηγούμενη εβδομάδα επιφυλάχθηκε υποδοχή ήρωα στο Ισραήλ) σημαίνει ότι ο Netanyahu κρίνει ευνοϊκό τον υπέρ της χώρας του συσχετισμό στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί κοινοβουλευτικοί απειλούν με την υιοθέτηση και νέων κυρώσεων κατά του Ιράν, διακινδυνεύοντας ένα προεδρικό βέτο και φορτώνοντας ακόμη περισσότερο το “καλάθι” των περίπλοκων σχέσεων του Λευκού Οίκου με το Καπιτώλιο. Ένα δεύτερο χαρτί στα χέρια του Ισραήλ είναι βέβαια η ανάληψη δράσης εναντίον του Ιράν, αν όχι μορφή ανοικτής στρατιωτικής ενέργειας, τουλάχιστον, όπερ και το πιθανότερο, με τη μορφή μυστικών επιχειρήσεων σαμποτάζ.

Ακόμη λιγότερο προβλέψιμη είναι η αντίδραση της Σαουδικής Αραβίας, η οποία έχει τη δυνατότητα να σκληρύνει τη στάση της είτε στην επόμενη Συνέλευση του OPEC στις 4 Δεκεμβρίου, είτε στο μέτωπο της Συρίας (όπου οι υπό την επιρροή της ισλαμιστές αντάρτες έχουν πρακτικά εκτοπίσει κάθε άλλο είδος αντιπολίτευσης στον Assad). Κυρίως όμως, μένει να φανεί αν προτίθεται να υλοποιήσει την απειλή της να αποκτήσει πυρηνικά όπλα με τη βοήθεια του Πακιστάν (το οπλοστάσιο του οποίου αποτελεί εν πολλοίς μιαν εξωχώρια σαουδαραβική “επένδυση”).

Τόσο στο Ριάντ όσο και στο Τελ Αβίβ γίνεται αντιληπτό ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διευκολύνει το πέρασμά της σε μια φάση ελέγχου της Μέσης Ανατολής “από το πίσω κάθισμα” εξισορροπώντας με νέα ανοίγματα την έως τώρα “αποκλειστική” σχέση της με το Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία που είχε οδηγηθεί σε μιαν οιονεί αντιστροφή της σχέσης πάτρωνα και “πελάτη”. Άλλωστε, η σταδιακή επαναπρόσδεση στη Μόσχα των κρατών του μετασοβιετικού χώρου (Ουκρανία, Αζερπμαϊτζάν, Κεντρική Ασία), οι βλέψεις της Κίνας και της Ινδίας προς τις μεσανατολικές πηγές ενέργειας και το ανοιχτό ερώτημα της σταθεροποίησης του Αφγανιστάν μετά το 2014 επέβαλαν το ξαναμοίρασμα της τράπουλας.


Πηγή:www.capital.gr
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Το Ισραήλ, το Ιράν, οι δέκα πράκτορες και η προδοσία της Τουρκίας




To πρόσφατο (17/10) δημοσίευμα της Washington Post,  με συντάκτη τον David Ignatius, διέλυσε στην κυριολεξία τις σχεδόν ανύπαρκτες πλέον  Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις, που είχαν καταρρεύσει από τον Μάιο 2010, με το περίφημο περιστατικό του λεγόμενου «στολίσκου ελευθερίας»  και τον θάνατο των εννέα (9) Τούρκων πολιτών που επέβαιναν στο πλοίο ΜΑΒΙ ΜΑΡΜΑΡΑ, μετά από καταδρομική επιχείρηση Ισραηλινών κομάντος.
Ο «στολίσκος ελευθερίας» είχε οργανωθεί από την δήθεν «ανθρωπιστική» οργάνωση ΙΗΗ,  στην πραγματικότητα όμως από το γραφείο του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν και με εντολές του ιδίου προσωπικά και με  σκοπό την «αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας» στους Παλαιστίνιους, στην πραγματικότητα  όμως επεδίωκε την διάσπαση του αποκλεισμού της Γάζας και την ανάδειξη του Ερντογάν σε μέγα ηγέτη και προστάτη του αραβικού κόσμου.
Το δημοσίευμα της Washington Post , που έτυχε ευρύτατης κάλυψης όχι μόνο  από τις Ισραηλινές εφημερίδες και  ενημερωτικές  ιστοσελίδες, αλλά και από τα διεθνή ΜΜΕ, αφορά στην κατάδοση Ισραηλινού δικτύου κατασκοπείας στο Ιράν, από την Τουρκική κυβέρνηση, στις αρχές του περασμένου έτους.
Συγκεκριμένα, η τουρκική κυβέρνηση φέρεται να προέβη, κατά τους πρώτους μήνες του 2012, στην αποκάλυψη στις Ιρανικές μυστικές υπηρεσίες,  της ταυτότητας δέκα (10) Ιρανών υπηκόων που είχαν πραγματοποιήσει συναντήσεις με πράκτορες της Μοσάντ, εντός της Τουρκικής επικράτειας και φυσικά είχαν καταγραφεί από την ΜΙΤ.
Με την κίνηση αυτή της Άγκυρας, που είχε ως αποτέλεσμα την εξάρθρωση του Ισραηλινού δικτύου κατασκοπείας στο Ιράν, περιγράφεται από «καλά πληροφορημένες»  πηγές, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο  Ignatius,  ως μια πολύ σημαντική απώλεια πληροφοριών για το Ισραήλ και ως μια  ακόμη «προσπάθεια πλήγματος του Ισραήλ» από την Τουρκία.
Φαίνεται ότι το Ισραήλ γνώριζε από την αρχή τι συνέβη και ποιος ήταν ο πραγματικός υπαίτιος της σημαντικής αυτής απώλειας δέκα πρακτόρων του στο Ιράν, αν και το δίκτυο δεν εξαρθρώθηκε πλήρως, πλην όμως υπέστη σοβαρό πλήγμα, καθώς επίσης  και των στενών σχέσεων Τουρκίας και Ιράν και τις ιδιαίτερες σχέσεις των υπηρεσιών πληροφοριών των δύο χωρών.   Έτσι εντός του πλαισίου αυτού δύναται να ενταχθεί και η πολύμηνη άρνηση της Ισραηλινής κυβέρνησης  να υποκύψει στις πιέσεις των ΗΠΑ για αποκατάσταση των σχέσεων  του Ισραήλ με την Τουρκία, μέχρι τον παρελθόντα Μάρτιο τρέχοντος έτος, όταν ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου  πιέσθηκε αφόρητα από τον Αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα και απολογήθηκε τελικά τηλεφωνικώς,  στον Τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παρουσία του Αμερικανού Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, πριν την αναχώρησή του από το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν του Τελ Αβίβ.
Εδώ να επισημανθεί, ότι παρά την απολογία (συγνώμη) του Νετανιάχου και κατ’ επέκταση του Ισραήλ προς την Τουρκία, οι σχέσεις των δύο χωρών δεν έχουν βελτιωθεί επί της ουσίας, αλλά θα λέγαμε ότι συνέχισαν την καταστροφική  τους πορεία. Ένας άλλος λόγος πολύ σημαντικός, αφορά τον τρίτο ισχυρό άνδρα της Τουρκίας, τον αρχηγό των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, της περιβόητης  ΜΙΤ, τον Χακάν Φιντάν, ο οποίος όχι μόνο  αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από το Ισραήλ επειδή θεωρείται ότι διατηρεί φιλικούς δεσμούς με την Τεχεράνη, αλλά τον θεωρούν στην ουσία  «πράκτορα» του Ιράν. Είναι χαρακτηριστικό, πως ο Χακάν Φιντάν, ανέλαβε τα ηνία της ΜΙΤ το 2010 και λέγεται ότι είχε  ηγετικό ρόλο στον σχεδιασμό της αποτυχημένης επιχείρησης «Στολίσκος ελευθερίας» του 2010 και στο φιάσκο του ΜΑΒΙ ΜΑΡΜΑΡΑ. Όταν λοιπόν ανέλαβε την διοίκηση της ΜΙΤ κατηγορήθηκε ευθέως από Ισραηλινούς αξιωματούχους και αποκλήθηκε μάλιστα  ως «σταθμάρχης των Ιρανικών μυστικών υπηρεσιών στην Άγκυρα».  Ο διορισμός του  είχε σχολιαστεί επικριτικά από τον τότε Ισραηλινό Υπουργό Άμυνας Εχούντ Μπαράκ, όστις τύγχανε ο πλέον θερμός υποστηρικτής της αποκατάστασης των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας στην προηγούμενη  Ισραηλινή κυβέρνηση και εθεωρείτο ότι ήταν και ο επικεφαλής του Τουρκικού Ισραηλινού λόμπυ.
Η Μοσάντ συνεργάζεται  ή μάλλον συνεργαζόταν  επί τουλάχιστον 50 χρόνια με την τουρκική ΜΙΤ,  έτσι είχε εμπιστοσύνη  στις τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών, για αυτό οι συναντήσεις  των Ισραηλινών πρακτόρων γινόταν σε τουρκικό έδαφος, και για αυτό τον λόγο οι Ισραηλινοί αιφνιδιάστηκαν από την προδοσία  των Τούρκων. Οι Αμερικανοί γνώριζαν το περιστατικό και δεν έκαναν τίποτα, ούτε καν διαμαρτυρήθηκαν στους Τούρκους, προφανώς λόγω της συμπάθειας Ομπάμα προς την Τουρκία, θεωρώντας τον Ερντογάν ως τον κύριο μουσουλμάνο σύμμαχο και το κυριότερο λόγω του ρόλου που είχαν αναθέσει στην Τουρκία στην υπόθεση της Συρίας, που κατέληξε και πάλι σε παταγώδη αποτυχία.
Εκτιμάται ότι η αποκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία σε ότι αφορά την ημερομηνία της αποκάλυψής της. Έγινε μια ημέρα μετά την διήμερη διάσκεψη στην Γενεύη των 6 μεγάλων δυνάμεων με το Ιράν, για το θέμα του πυρηνικού του προγράμματος και στην ουσία ο δημοσιογράφος της Washington Post, σε απόλυτη γραμμή και σύνδεση με το State Department, θέλησε να «περάσει» ένα μήνυμα της Ουάσιγκτον στην Ιερουσαλήμ και προσωπικά στον Νετανιάχου, που είναι η μοναχική φωνή αντίδρασης, τουλάχιστον η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, που δεν συμφωνούν με την Ιρανική προσέγγιση δεν φωνασκούν έντονα, στην νέα Αμερικανική  πολιτική, που διαμορφώνεται στην Μέση Ανατολή. Φαίνεται ότι η «Νέα Μέση Ανατολή»  και ο ρόλος που ο Μπαράκ Ομπάμα επιφυλάσσει στο Ιράν ενοχλεί σφόδρα τους Ισραηλινούς και οι αποκαλύψεις της  Washington Post αποσκοπούν στην επίπληξη προς τον Νετανιάχου για την εμμονή του κατά του Ιράν και την συμμόρφωσή του στα νέα δεδομένα που δημιουργούνται στην Νέα Μέση Ανατολή. Και  για να μην έχουμε απορίες, σε ότι αφορά τους δέκα συλληφθέντες Ιρανούς, που κατηγορήθηκαν ότι ήσαν πράκτορες του Ισραήλ, να πούμε ότι εκτελέστηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Πηγή: infognomonpolitics.blogspot.gr μέσω http://www.inprecor.gr/
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

U.S. and Iranian Realities

Stratfor
By George Friedman
U.S. President Barack Obama called Iranian President Hassan Rouhani last week in the first such conversation in the 34 years since the establishment of the Islamic Republic. The phone call followed tweets and public statements on both sides indicating a willingness to talk. Though far from an accommodation between the two countries, there are reasons to take this opening seriously -- not only because it is occurring at such a high level, but also because there is now a geopolitical logic to these moves. Many things could go wrong, and given that this is the Middle East, the odds of failure are high. But Iran is weak and the United States is avoiding conflict, and there are worse bases for a deal.

Iran's Surge

Though the Iranians are now in a weak strategic position, they had been on the offensive since 2003, when the United States invaded Iraq. They welcomed the invasion; Saddam Hussein had been a mortal enemy of Iran ever since the 1980-1989 Iran-Iraq War. The destruction of his regime was satisfying in itself, but it also opened the door to a dramatic shift in Iran's national security situation.
Iraq was Iran's primary threat after the collapse of the Soviet Union because it was the only direction from which an attack might come. A pro-Iranian or even neutral Iraq would guarantee Iranian national security. The American invasion created a power vacuum in Iraq that the U.S. Army could not fill. The Iranians anticipated this, supporting pro-Iranian elements among the Shia prior to 2003 and shaping them into significant militias after 2003. With the United States engaged in a war against Sunni insurgents, the Shia, already a majority, moved to fill the void.
The United States came to realize that it was threatened from two directions, and it found itself battling both Sunni insurgents and Shiite militias. The purpose of the surge in 2007 was to extricate itself from the war with the Sunnis and to block the Shia. It succeeded with the former to a great extent, but it was too late in the game for the latter. As the United States was withdrawing from Iraq, only the Shia (not all of them Iranian surrogates) could fill the political vacuum. Iran thus came to have nothing to fear from Iraq, and could even dominate it. This was a tremendous strategic victory for Iran, which had been defeated by Iraq in 1989.
After the Iranians made the most of having the United States, focused on the Sunnis, open the door for Iran to dominate Iraq, a more ambitious vision emerged in Tehran. With Iraq contained and the United States withdrawing from the region, Saudi Arabia emerged as Iran's major challenger. Tehran now had the pieces in place to challenge Riyadh.
Iran was allied with Syria and had a substantial pro-Iranian force in Lebanon -- namely, Hezbollah. The possibility emerged in the late 2000s of an Iranian sphere of influence extending from western Afghanistan's Shiite communities all the way to the Mediterranean. Former Iranian President Mahmoud Ahmadinejad had fairly realistic visions of Iranian power along Saudi Arabia's northern border, completely changing the balance of power in the region.
But while Syrian President Bashar al Assad was prepared to align himself with Iran, he initially had no interest in his country's becoming an Iranian satellite. In fact, he was concerned at the degree of power Iran was developing. The Arab Spring and the uprising against al Assad changed this equation. Before, Syria and Iran were relative equals. Now, al Assad desperately needed Iranian support. This strengthened Tehran's hand, since if Iran saved al Assad, he would emerge weakened and frightened, and Iranian influence would surge.
The Russians also liked the prospect of a strengthened Iran. First, they were fighting Sunnis in the northern Caucasus. They feared the strengthening of radical Sunnis anywhere, but particularly in the larger Sunni-dominated republics in Russia. Second, an Iranian sphere of influence not only would threaten Saudi Arabia, it also would compel the United States to re-engage in the region to protect Saudi Arabia and Israel. The Russians had enjoyed a relatively free hand since 2001 while the Americans remained obsessed with the Islamic world. Creating a strategic crisis for the United States thus suited Moscow's purposes. The Russians, buffered from Iran by the Caucasus states, were not frightened by the Iranians. They were therefore prepared to join Iran in supporting the al Assad regime.
The problem was that al Assad could not impose his will on Syria. He did not fall, but he also couldn't win. A long-term civil war emerged, and while the Iranians had influence among the Alawites, the stalemate undermined any dream of an Iranian sphere of influence reaching the Mediterranean. This became doubly true when Sunni resistance to the Shia in Iraq grew. The Syrian maneuver required a decisive and rapid defeat of the Sunni insurgents in Syria. That didn't happen, and the ability of the Shiite regime of Iraqi Prime Minister Nouri al-Maliki to resist the Sunnis was no longer guaranteed.

Iranian Ambitions Decline

In 2009, it had appeared extremely likely that an Iran loosely aligned with Russia would enjoy a sphere of influence north of Saudi Arabia. By 2013, this vision was shattered, and with it the more grandiose strategic vision of Ahmadinejad and his allies in Iran. This led to a re-evaluation of Iran's strategic status -- and of the value of its nuclear program.
It was Stratfor's view that Iran had less interest in actually acquiring a nuclear weapon than in having a program to achieve one. Possessing a handful of nuclear weapons would be a worst-case scenario for Iran, as it might compel massive attacks from Israel or the United States that Iran could not counter. But having a program to develop one, and making it credible, gave the Iranians a powerful bargaining chip and diverted U.S. and Israeli attention from the growing Iranian sphere of influence. Ahmadinejad's hope, I think, was to secure this sphere of influence, have the basis for making demands on the Saudis and the Gulf Cooperation Council, and trade the nuclear program for U.S. recognition and respect for the new regional balance. Indeed, while the United States and Israel were obsessed with the Iranian bomb, the Iranians were making major strides in developing more conventional power.
Iran's regional strategy was in shambles, and the international sanctions its nuclear program triggered began to have some significant effect. I am unable to determine whether Iran's economic crisis derived from the sanctions or whether it derived from a combination of the global economic crisis and Iran's own economic weakness. But in the end, the perception that the sanctions had wreaked havoc on the Iranian economy turned the nuclear program, previously useful, into a liability.
Iran found itself in a very difficult position. Internally, opposition to any accommodation with the United States was strong. But so was the sense that Ahmadinejad had brought disaster on Iran strategically and economically. For Iran, the nuclear program became increasingly irrelevant. The country was not going to become a regional power. It now had to go on the defensive, stabilize Iraq and, more important, address its domestic situation.

The U.S. Challenge

There is profound domestic opposition in the United States to dealing with the Iranian regime. Just as the Iranians still genuinely resent the 1953 coup that placed the shah on the throne, the Americans have never forgotten the seizure of the U.S. Embassy and the subsequent yearlong hostage crisis. We must now wait and see what language Iran will craft regarding the hostage crisis to reciprocate the courtesy of Obama's acknowledging the 1953 coup.
The United States is withdrawing from the Middle East to the extent it can. Certainly, it has no interest in another ground war. It has interests in the region, however, and chief among those are avoiding the emergence of a regional hegemon that might destabilize the Middle East. The United States also learned in Iraq that simultaneously fighting Sunnis and Shia pits the United States against forces it cannot defeat without major effort. It needs a way to manage the Islamic world without being in a constant state of war.
The classic solution to this is to maintain a balance of power with minimal force based on pre-existing tensions. A weakened Iran needs support in its fight with the Sunnis. The United States is interested in ensuring that neither the Sunni nor the Shia win -- in other words, in the status quo of centuries. Having Iran crumble internally therefore is not in the American interest, since it would upset the internal balance. While sanctions were of value in blocking Iranian ascendancy, in the current situation stabilizing Iran is of greater interest.
The United States cannot proceed unless the nuclear program is abandoned. Rouhani understands that, but he must have and end to sanctions and a return of Western investment to Iran in exchange. These are doable under the current circumstances. The question of Iranian support for al Assad is not really an issue; the United States does not want to see a Syrian state dominated by radical Sunnis. Neither does Iran. Tehran would like a Syria dominated by al Assad, but Iran realizes that it has played that card and lost. The choices are partition, coalition or war -- neither Iran nor the United States is deeply concerned with which.

Threats to a Resolution

There are two threats to a potential resolution. The primary threat is domestic. In both countries, even talking to each other seems treasonous to some. In Iran, economic problems and exhaustion with grandiosity opens a door. In the United States right now, war is out of the question. And that paves the way to deals unthinkable a few years ago.
A second threat is outside interference. Israel comes to mind, though for Israel, the removal of the nuclear program would give them something they were unable to achieve themselves. The Israelis argued that the Iranian bomb was an existential threat to Israel. But the Israelis lack the military power to deal with it themselves, and they could not force the Americans into action. This is the best deal they can get if they actually feared an Iranian bomb. Though Israel's influence on this negotiation with Iran will face limits with the U.S. administration, Israel will make an effort to insert itself in the process and push its own demands on what constitutes an acceptable Iranian concession.
Saudi Arabia meanwhile will be appalled at a U.S.-Iranian deal. Hostility toward Iran locked the United States into place in support of the Saudis. But the United States is now flush with oil, and Saudi attempts to block reconciliation will not meet a warm reception. The influence of Saudi Arabia in Washington has waned considerably since the Iraq war.
The Russian position will be more interesting. On the surface, the Russians have been effective in Syria. But that's only on the surface. The al Assad regime wasn't bombed, but it remains crippled. And the Syrian crisis revealed a reality the Russians didn't like: If Obama had decided to attack Syria, there was nothing the Russians could have done about it. They have taken a weak hand and played it as cleverly as possible. But it is still a weak hand. The Russians would have liked having the United States bogged down containing Iran's influence, but that isn't going to happen, and the Russians realize that ultimately they lack the weight to make it happen. Syria was a tactical victory for them; Iran would be a strategic defeat.
The Iranian and American realities argue for a settlement. The psyche of both countries is in the balance. There is clearly resistance in both, yet it does not seem strong enough or focused enough to block it. That would seem to indicate speed rather than caution. But of course, getting it done before anyone notices isn't possible. And so much can go wrong here that all of this could become moot. But given how the Iranians and Americans see their positions, the odds are, that something will happen. In my book, The Next Decade, I argued that in the long run Iran and the United States have aligning interests and that an informal alliance is likely in the long run. This isn't the long run yet, and the road will be bumpy, but the logic is there.
Source: http://www.stratfor.com

Read more: U.S. and Iranian Realities | Stratfor
Follow us: @stratfor on Twitter | Stratfor on Facebook
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΗΠΑ-Ιράν: Ιστορική ευκαιρία για ειρήνη


ΗΠΑ-Ιράν: Ιστορική ευκαιρία για ειρήνη
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η σημερινή ημέρα για την ελπίδα επίλυσης ενός από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα που ταλανίζουν τη διεθνή διπλωματία εδώ και χρόνια, με σημαντικότατες άμεσες και έμμεσες συνέπειες στα πολιτικά, στρατιωτικά, εμπορικά και οικονομικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής.
Γράφει:  
Και μιλάμε βέβαια για το Ιράν και την πιθανότητα βελτίωσης των λίαν προβληματικών σχέσεων της χώρας με τις ΗΠΑ, και τη δυτική κοινότητα ευρύτερα.
Πραγματικά, η σημερινή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ και του Ιράν, Τζον Κέρι και Τσαβάντ Ζαρίφ, παρουσία εκπροσώπων της λεγόμενης ομάδας Ρ5+1 (ήτοι Γερμανία, ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Γαλλία, Βρετανία), στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, έχει χαρακτηριστεί από τους διεθνείς αναλυτές ως ιστορικό γεγονός. Άλλωστε, ανεξάρτητα από το βαθμό επιτυχίας της, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα τεράστιο βήμα μπρος, αν λάβουμε υπόψη ότι είναι η πρώτη επαφή τους σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο από το 1979, από την ισλαμική επανάσταση και τα αιματηρά γεγονότα στην αμερικανική πρεσβεία.

Στροφή στην ήπια διπλωματία
Δεν είναι τυχαίο ότι παρά το γεγονός πως καλό είναι να μην καλλιεργούμε υπερβολικές προσδοκίες για τη πρόοδο που μπορεί να επιτευχθεί, μετά από τόσα χρόνια βαθύτατης έχθρας και καχυποψίας, τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Τεχεράνη επικρατεί ένα κλίμα αδημονίας, ενώ οι φίλοι και εχθροί τους στη περιοχή, καθώς και τα εταιρικά συμφέροντα που εμπλέκονται, βρίσκονται κυριολεκτικά στην …τσίτα, περιμένοντας να δουν τι μέλλει γενέσθαι, και που τελικά μπορεί να οδηγήσει αυτή η αιφνίδια στροφή της νέας ηγεσίας της Τεχεράνης σε μια στρατηγική ήπιας διπλωματίας.
Ήδη από τις πρώτες ημέρες που ανέλαβε καθήκοντα, αντικαθιστώντας τον αμφιλεγόμενο Μαχμούτ Αχμαντινετζάντ, ο μετριοπαθής Χασάν Ρουχανί έκανε απόλυτα σαφή τη πρόθεση του να εγκαταλείψει τη σκληροπυρηνική ρητορική, αλλά και τακτική, του παρελθόντος. Επέλεξε για υπουργό Εξωτερικών έναν εκλεπτυσμένο διπλωμάτη που πιστεύει στη δύναμη της επικοινωνίας και στη γλώσσα της διπλωματίας, προειδοποίησε το στρατιωτικό κατεστημένο (και δη, τους πανίσχυρους Φρουρούς της Επανάστασης) να μείνει εκτός πολιτικής, ευχήθηκε καλή πρωτοχρονιά στους Εβραίους, και πήρε τον επίμαχο φάκελο του πυρηνικού προγράμματος στα χέρια του, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν θα δεχτεί παραινέσεις και πιέσεις. Και βέβαια κατόρθωσε να αποσπάσει την υπερπολύτιμη υποστήριξη του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη της χώρας, του Αλί Χαμενεί, η έγκριση του οποίου σε μια πιο ευέλικτη πολιτική, του έλυσε τα χέρια.
Θετική διάθεση με …αστερίσκους
Η άφιξη του Ιρανού προέδρου στη Νέα Υόρκη, για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, και η σημερινή συνάντηση του Ζαρίφ με την ομάδα Ρ5+1 αποτελεί την κλιμάκωση της νέας αυτής τακτικής επαναπροσέγγισης, απέναντι στην οποία η Δύση είναι μεν επιφυλακτική, αλλά προφανώς όχι αρνητική. Τα μηνύματα, άλλωστε, που αντάλλαξαν μέσα από τις ομιλίες τους ο Μπάρακ Ομπάμα και ο Χασάν Ροχανί έδωσαν το στίγμα της αλλαγής.
Πραγματικά, μπορεί η πολυπόθητη συνάντηση Ομπάμα-Ροχανί, την οποία περίμεναν με ελπίδα πολλοί, να μην πραγματοποιήθηκε τελικά, και οι δύο πλευρές να απέφυγαν να οργανώσουν ακόμη και μια συμβολική χειραψία μεταξύ των δύο ηγετών μπροστά στις κάμερες, όμως η αίσθηση ότι κάτι φαίνεται να αλλάζει προς το καλύτερο στις ιρανο-αμερικανικές σχέσεις είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα.
Στην ομιλία του ενώπιον της ολομέλειας, ο κ.Ομπάμα εμφανίστηκε έτοιμος να δώσει μια ευκαιρία στη διπλωματία και στο άνοιγμα που έχει κάνει εσχάτως η Τεχεράνη. Αν και βεβαίως ξεκαθάρισε ότι η πρόθεση αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί από απτά βήματα προόδου στο ακανθώδες θέμα της διαμάχης για τα πυρηνικά του Ιράν. Αντιστοίχως, ο Ιρανός πρόεδρος, στη δική του ομιλία, δήλωσε επίσης έτοιμος για διαπραγματεύσεις, χωρίς καθυστερήσεις, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να ελαχιστοποιηθούν οι ασάφειες. Όμως, επανέλαβε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ήταν και παραμένει για ειρηνικούς σκοπούς.

Νευρικότητα στο Κογκρέσο
Η προοπτική προόδου, όσο θεμιτή και αν φαντάζει, έχει προκαλέσει ένα κλίμα νευρικότητας σε διάφορους κύκλους. Για παράδειγμα, στους κόλπους του Κογκρέσου επικρατεί έντονος σκεπτικισμός ανάμεσα στους νομοθέτες και των δύο κομμάτων, όχι μόνο ως προς τις προθέσεις της Τεχεράνης αλλά και την αντίδραση και τους χειρισμούς του Λευκού Οίκου. Άλλωστε, μετά από όσα έγιναν στο Συριακό, το γόητρο του Αμερικανού προέδρου έχει πληγεί και αυτό σημαίνει ότι πρακτικά θα είναι σε δυσχερέστερη θέση να προσπαθήσει να «πουλήσει» στο Κογκρέσο μια πιθανή χαλάρωσης της γραμμής της Ουάσιγκτον έναντι της Τεχεράνης. Και βέβαια μην ξεχνάμε ότι η δύναμη για την άρση των κυρώσεων, αν ποτέ φτάσουμε σε αυτό, βρίσκεται στα χέρια των βουλευτών.
Τα συμφέροντα που διαταράσσονται
Με νευρικότητα παρακολουθούν τις εξελίξεις και οι σύμμαχοι των Αμερικανών στη περιοχή, με πρώτο και κυριότερο το Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ θεωρεί μη διαπραγματεύσιμο το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου προσωπικά έχει επενδύσει πολλά σε πολιτικό επίπεδο στην υιοθέτηση μιας σκληρής γραμμής προς τη Τεχεράνη. Δεν είναι τυχαίο ότι το μήνυμα του είναι ότι η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μετριάσει τη πίεση της προς το Ιράν.

Ανάλογη ανησυχία για τις εξελίξεις εκφράζει και η Σαουδική Αραβία, που αποτελεί παραδοσιακά μεγάλο πολιτικό ανταγωνιστή του Ιράν. Αν για παράδειγμα η Τεχεράνη καταφέρει να κρατήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα τότε το προφίλ της Σαουδικής Αραβίας ως περιφερειακής δύναμης θα υποβαθμιστεί στα μάτια των αραβικών χωρών. Και το ίδιο βεβαίως ισχύει για τα στρατιωτικά συμφέροντα, τα πετρελαϊκά συμφέροντα και τους κερδοσκόπους που ωφελούνται από την διατήρηση της έντασης στη περιοχή, που επιθυμούν το πάμπλουτο Ιράν να παραμένει υπό τη πίεση των κυρώσεων, να παραμένει πολιτικά απομονωμένο και να μην μπορεί να πουλήσει όσο πετρέλαιο και φυσικό αέριο επιθυμεί στην ανοιχτή αγορά.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Θα φέρει η ενέργεια πιο κοντά ΗΠΑ-Ιράν;


Του Κώστα Ράπτη 
Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου συνηθιζόταν τα τελευταία χρόνια να είναι εκείνη η δημόσια διοργάνωση όπου η μεν Ρωσία εκτόξευε μύδρους εναντίον της Δύσης για υπονόμευση όλου του υφιστάμενου νομικοπολιτικού πλαισίου της διεθνούς σκηνής, οι δε ΗΠΑ υπενθύμιζαν σε αυστηρούς τόνους στους Ευρωπαίους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ ότι θα πρέπει να αναλάβουν το κόστος που τους αντιστοιχεί στον τομέα της ασφάλειας.

Ωστόσο, η 49η Διάσκεψη του Μονάχου το περασμένο Σαββατοκύριακο έβγαλε πολύ περισσότερες ειδήσεις, πέρα από το γεγονός ότι, όπως τόνισε ο Αμερικανός υφυπουργός Άμυνας Ashton Carter, οι ίδιες οι ΗΠΑ δεν ανταποκρίνονται στις δικές τους παροτρύνσεις προς τους συμμάχους, μετά την περικοπή 487 δισ. δολαρίων στις στρατιωτικές δαπάνες για την δεκαετία που ξεκινά από το δημοσιονομικό έτος 2012.

Η εποχή που οι Αμερικανοί διακήρυσσαν, δια στόματος John Kennedy ότι είναι έτοιμοι “να πληρώσουν κάθε τίμημα και να αναλάβουν κάθε βάρος” για την υπεράσπιση της υπόθεσης της ελευθερίας στον κόσμο φαντάζει μακρινή.

Αντίθετα, η σφιχτοδεμένη ομάδα που συναποτελούν ο αντιπρόεδρος Biden, ο νέος υπουργός Εξωτερικών John Jerry και ο υπό έγκριση υπουργός Άμυνας Chuck Hagel (άπαντες παλαιοί γνώριμοι από τα έδρανα της Γερουσίας) σηματοδοτεί μιαν αποφασιστική στροφή προς τη γραμμή του “ρεαλισμού” κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Barack Obama.

Εξ ού και η Διάσκεψη του Μονάχου αναδείχθηκε σε πεδίο αναζήτησης πολυεπίπεδων συμβιβασμών, με χαρακτηριστικότερη τη δήλωση του ίδιοιο του Biden ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη για έναν “σοβαρό” διμερή διάλογο με την Τεχεράνη. Ο επίσης παριστάμενος στο Μόναχο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Ali Akbar Salehi έκανε λόγο για “καλοδεχούμενη κίνηση”, αρκεί“ αυτή τη φορά η άλλη πλευρά να έχει αυθεντική επιθυμία επίλυσης” του ζητήματος του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Οι δυσκολίες που παραμονεύουν στο εγχείρημα εκτόνωσης της υπ΄ αριθμόν ένα πιθανής εστίας ανάφλεξης δεν περιορίζονται μόνο στην καχυποψία που έχει οικοδομηθεί εκατέρωθεν εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια -όταν αντίστοιχες προτάσεις της Τεχεράνης απορρίφθηκαν από τον τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Dick Cheney στη μέθη της πτώσης της Βαγδάτης.

Αφορούν την ίδια τη δυαδική φύση της πυρηνικής τεχνολογίας, καθώς το Ιράν δεν συζητά το ενδεχόμενο να απεμπολήσει το δικαίωμά του, κατοχυρωμένο από τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών, στον εμπλουτισμό ουρανίου (διαθέτει πλέον τον έλεγχο του πλήρους κύκλου του πυρηνικού καυσίμου). Συζητά ωστόσο τον αυτοπεριορισμό του σε εμπλουτισμό κατά 20% με ενδεχόμενη επανενεργοποίηση και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου των επιθετικών επιθεωρήσεων από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.

Η Ουάσιγκτον, πάλι, μοιάζει “αυτοπαγιδευμένη”, όχι μόνο στις ποικίλες “δουλείες” της προς το Ισραήλ και τους Ευρωπαίους συμμάχους (οι οποίοι εκφράζουν τη σκληρή γραμμή της απαίτησης πλήρους τερματισμού του ιρανικού εμπλουτισμού ουρανίου) αλλά και στην ακαμψία του Κογκρέσου, από το οποίο δύσκολα θα εγκρίνονταν, ελλείψει “αλλαγής καθεστώτος” στην Τεχεράνη, το κυριότερο αντάλλαγμα που αναμένει το Ιράν, ήτοι η άρση των εναντίον του κυρώσεων.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η επόμενη συνάντηση της ιρανικής αντιπροσωπείας με την ομάδα “5+1” (μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συν Γερμανία) ορίσθηκε για τις 25 Φεβρουαρίου στο Καζαχστάν (λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση στην Τεχεράνη στις αρχές Μαρτίου των υπουργών Οικονομικών των χωρών της Κασπίας)υπαινικτικά παραπέμπει στο ξεμπλοκάρισμα της πρόσβασης στην Κεντρική Ασία και συνολικά στην ενεργειακή συνεργασία ως το “κλειδί” της όποιας νέας συνεννόησης στην περιοχή. Η πραγματική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο μετά τις εκλογές του Ιουνίου στο Ιράν.


Πηγή:www.capital.gr
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Η Γάζα πρόβα για τη σύγκρουση με το Ιράν,γράφουν οι New York Times


Η αμερικανικη εφημεριδα Νιου Γιορκ Τάιμς αναρωτιεται εαν η προσφατη συγκρουση στην Γάζα, ειχε ως στοχο την Γάζα ή εαν το Ισραήλ κανει “προπόνηση” για το μέλλον. Και μάλιστα το άμεσο.
«Σύμφωνα με Αμερικανους και Ισραηλινους αξιωματουχους η σύγκρουση που κατέληξε προς το παρόν σε μια κατάπαυση του πυρός αναμεσα στην Χαμάς και το Ισραήλ ηταν μάλλον κατι  σαν » προπόνηση» για το μέλλον. Δηλαδη για μια  μελλοντική ένοπλη αντιπαράθεση με το Ιράν.
Το Ιραν φυσικά απασχολεί τον Προεδρο Ομπαμα όπως και τον Νετανιάχου όλο και περισσότερο καθώς ενω διαφώνουν στις μεθόδους στρατηγικής, και οι δυο το εχουν καταστήσει σαφές οτι ο χρόνος που εχει παραμείνει για την επίλυση του αδιεξόδου, του Ιρανικου πυρηνικού προγράμματος, ειναι λίγος.
Το κλειδί στο παιχνίδι τους ειναι να μπορέσουν να σταματήσουν το Ιράν απ΄ το να προμηθεύσει επόμενης γενιάς πυράυλους στην Λωρίδα της Γάζας ή τον Λίβανο, όπου θα μπορούσαν κατα την διάρκεια κρίσεων ή μιας Ισραηλινής επίθεσης στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν να χρησιμοποιηθούν απο την Χαμάς, την Χεζμπολάχ ή την Ισλαμική Τζιχάντ.
Ο Michael B. Oren, ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες και στρατιωτικός ιστορικός, παρομοίασε την εισαγωγή των ιρανικών πυραύλων στη Γάζα με την πυραυλική κρίση της Κούβας.
Καθώς η κατάπαυση του πυρός ανακοινώθηκε ο κ. Όρεν δήλωσε την Τετάρτη οτι “στην  πυραυλική κρίση της Κούβας, οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζαν την Κούβα, αλλά την Σοβιετική Ένωση». «Στην Επιχειρηση Pillar of Defence», το όνομα που έδωσαν οι Ισραηλινές Δυνάμεις στην επιχείρηση στη Γάζα » το Ισραήλ δεν αντιμετώπιζε την Γάζα αλλα το Ιράν.»
Βέβαια μάλλον, γραφει η εφημερίδα, πρόκειται για μια αόριστη σύγκριση.
Η Σοβιετική Ενωση πριν απο 50 χρόνια ειχε στειλει ενα ολόκληρο πυρηνικό οπλοστάσιο στην Κουβα. Στη Γάζα, οι πύραυλοι που ήταν από το Ιράν ήταν συμβατοι, και, όπως έμαθαν μετα οι Ισραηλινοί, εξακολουθούν να έχουν σημαντικά προβλήματα ακρίβειας. Αλλά από μία αλλη οπτική γωνία,όντως, το Ισραήλ χρησιμοποιούσε τη μάχη της Γάζας για να μάθει τις δυνατότητες της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ – της οργανωσης που έχει τους στενότερους δεσμούς με το Ιράν – καθώς και να διακόψει τις διασυνδέσεις.
Φυσικά, μια σύγκρουση με το Ιράν, αν μια έσχατη προσπάθεια για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων αποτυχει, θα είναι καπως αλλιως απ οτι εχει γινει μεχρι στιγμης!
Συμφωνα με τα Αμερικανικα και Ισραηλινα σχέδια εκτακτης ανάγκης το Ισραήλ θα βρισκόταν αντιμέτωπο με τρεις βαθμίδες απείλης σε μια συγκρουση με το Ιράν: τους μικρής εμβέλειας πυραύλους που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε αυτήν την εκστρατεία, μεσαίου βεληνεκούς πυραύλους που τοποθετούνται από τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς από το Ιράν.
Το τελευταίο από αυτά τα τρία θα μπορούσε να περιλαμβάνει τον τύπο Shahab-3, τον πύραυλο που οι Ισραηλινές και οι Αμερικανικες μυστικές Υπηρεσίες  πιστεύουν ότι θα μπορούσε κάποια μέρα το Ιράν να καταφέρει να τον εφοδιασει με ένα πυρηνικό όπλο.
Ο στόχος και η πρόκληση, είναι η δημιουργία ενός φάσματος ραντάρ αντιπυραυλικής άμυνας – αναχαίτισης κατα των διαφορων απειλών που  μπορεί να προκύψουν με την επόμενη σύγκρουση.
Ακόμα κι έτσι, μια ιστορική μάχη αντιπυραυλικής άμυνας έναντι πυραύλων έχει ήδη γίνει στον ουρανό του Ισραήλ, με τους Ισραηλινούς αξιωματούχους να  λένε οτι το σύστημα Iron Dome κατέρριψε 350 εισερχόμενους πυραύλους – 88% όλων των στόχων που είχαν ανατεθεί στην πυραυλική άμυνα αναχαίτισης.
Πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, η Χαμάς εκτιμάται ότι ειχε συγκεντρώσει ένα οπλοστάσιο από 10.000 έως 12.000 ρουκέτες. Ισραηλινοί αξιωματούχοι δήλωσαν οτι προληπτικές επιθέσεις τους  στις αποθήκες πυραύλων της Χαμάς μείωσαν σημαντικά το οπλοστάσιο των πυραύλων, τόσο εκείνων που παρέχονται από το Ιράν όσο και κάποιων που κατασκευάστηκαν στην Γάζα.
Αλλά Ισραηλινοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι οι περισσότερες από τις περίπου 1.500 ρουκέτες της Χαμάς σε αυτη την σύγκρουση ήταν σε πορεία προς ακατοίκητες περιοχές. Το ραντάρ παρακολούθησης των συστημάτων Iron Dome κανει μια γρήγορη διάκριση μεταξύ εκείνων που κατευθύνονται προς μια πυκνοκατοικημένη περιοχή και των ρουκετων που δεν αξίζει να χτυπήσου αποφευγοντας ετσι μια υψηλου κόστους αναχαιτιση.
Μόλις πριν από τρεις εβδομάδες, ο στρατηγός Martin Ε. Dempsey, επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, επισκέφθηκε περιοχή που ήταν αναπτυγμένο το Iron Dome ως προσκεκλημένος του Ισραηλινού ομολόγου του κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης αμερικανο-ισραηλινής κοινής στρατιωτικής άσκησης που εχει γίνει. Για την ασκηση που φέρει το ονομα , Austere Challenge, το αμερικανικο
Στρατιωτικο προσωπικο, χρησιμοποιησε πυραυλους αντιπυραυλικής άμυνας Patriot προσωρινα εγκατεστημενους στο Ισραηλ, καθώς και πλοία με σύστημα αντιπυραυλικης αμυνας Aegis.
Ωστόσο παρά τις επιδόσεις του κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης,το συστημα  Iron Dome έχει τα όριά του.
Είναι ειδικά σχεδιασμένο για την αντιμετώπιση μόνο μικρής εμβέλειας πυραύλων. Κι ετσι το Ισραήλ αναπτύσσει ένα μεσαίου βεληνεκούς σύστημα πυραυλικής άμυνας, το οποιο εχουν ονόμασει η “Σφεντονα του Δαβιδ”, που στη πρόσφατη ασκηση δοκιμάστηκε μόνο σε ηλεκρτονικές προσομειώσεις σε υπολογιστη.


Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Πετρέλαιο: Οι κερδοσκόποι έχουν προεξοφλήσει τον πόλεμο με το Ιράν



Η τελευταία φορά που η τιμή του αργού πετρελαίου, τύπου brent έκλεισε κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι ήταν στις 6 Οκτωβρίου του 2011. Έκτοτε έχει ενισχυθεί σχεδόν 30%, φτάνοντας στο υψηλό των 126,20 δολαρίων την 1η Μαρτίου. Οι εντάσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έχουν εγείρει φόβους πως ενδεχόμενη επίθεση θα διέκοπτε την ημερήσια εξαγωγή 2,2 εκατ. βαρελιών της χώρας. Έτσι, πληθώρα κεφαλαίων εισρέει στην αγορά των προθεσμιακών συμβολαίων του αργού, δίνοντας ώθηση στην τιμή χωρίς αυτή να δικαιολογείται από κάποια αλλαγή στα θεμελιώδη προσφοράς και ζήτησης. Και μόνο η απειλή ότι θα συντελεστεί αλλαγή είναι αρκετή.

Ποιος όμως αγοράζει;

Μιλήστε σε αναλυτές της αγοράς πετρελαίου αυτές τις μέρες και το πιθανότερο είναι ότι θα σας πουν πως περισσότερη από τη μισή αύξηση της τιμής του πετρελαίου αποδίδεται σε κερδοσκόπους –συγκεκριμένα σε μη εμπορικούς traders. Είναι ο τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται για τους επενδυτές που αγοράζουν συμβόλαια πετρελαίου, όχι επειδή σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν το πετρέλαιο, αλλά γιατί το θεωρούν καλή επένδυση. Δεν πρόκειται για αεροπορικές ή εταιρείες διύλισης, αλλά για διαχειριστές κεφαλαίων που ποντάρουν στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Και μέχρι στιγμής επιβεβαιώνονται χάρη στα ίδια τους τα πονταρίσματα.
Από τον Οκτώβριο, οι money managers έχουν αγοράσει το αντίστοιχο της αξίας 372 εκατ. βαρελιών πετρελαίου μέσω μιας σειράς προθεσμιακών συμβολαίων, διπλασιάζοντας έτσι την έκθεσή τους στο εμπόρευμα. Οι επιλογές τους περιλαμβάνουν συμβόλαια αργού, τύπου light sweet των προθεσμιακών αγορών CME και ICE. Επίσηςμ αγοράζουν συμβόλαια αργού, τύπου brent, βενζίνης και πετρελαίου θέρμανσης, καθώς και της λεγόμενης βενζίνης RBOB.
Σύμφωνα με τον Tim Evans, αναλυτή της αγοράς πετρελαίου της Citigroup, η καθαρή έκθεση των money managers βρίσκεται σε επίπεδα-ρεκόρ μέσω 638,774 συμβολαίων, τα οποία, με αναλογία 1.000 βαρελιών ανά συμβόλαιο, αντιστοιχούν σε περίπου 638,8 εκατ. βαρέλια πετρελαίου. «Το μέγεθος ισούται με την ποσότητα που εξάγει το Ιράν σε δάστημα 290 ημερών», λέει ο Evans. «Πράγμα που σημαίνει πως έχει ήδη προξοφληθεί στην αγορά αποχή εννέα μηνών του Ιράν από την εξαγωγή πετρελαίου».
Και αυτό χωρίς να έχει πέσει ούτε μία σφαίρα. Κατά κάποιο τρόπο, οι κερδοσκόποι της αγοράς του πετρελαίου επενδύουν στην πιθανότητα να γίνει πόλεμος με το Ιράν. Διότι εάν τελικά το σενάριο διακοπής της προμήθειας πετρελαίου δεν επαληθευτεί, η τιμή θα πρέπει να επιστρέψει σε επίπεδα, πιο αντιπροσωπευτικά των θεμελιωδών της ζήτησης -τα οποία δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρά αυτή τη στιγμή.
Στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη καταναλώτρια χώρα πετρελαίου στον κόσμο, η ζήτηση βρίσκεται κοντά σε χαμηλά 15 ετών. Στο μεταξύ, η οικονομία της Κίνας αναμένεται φέτος να επεκταθεί με το βραδύτερο ρυθμό από το 2004. Την προηγούμενη εβδομάδα η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας προέβλεψε ότι η παγκόσμια κατανάλωση υγρών καυσίμων θα αυξηθεί κατά το μέσο ετήσιο όρο των 1,1 εκατ. βαρελιών την ημέρα το 2012. Η EIA προβλέπει ότι η προσφορά από χώρες που δεν ανήκουν στον ΟΠΕΚ θα αυξηθεί κατά μόλις 700.000 βαρέλια την ημέρα. Ενώ η εκτίμηση αυτή σκιαγραφεί μια αισιόδοξη εικόνα για τις τιμές του πετρελαίου, δεν επαρκεί για να εξηγήσει την εκτόξευση (30%) των τελευταίων πέντε μηνών.

"Οι τοποθετήσεις των money managers ενέχουν τεράστιο κίνδυνο», λέει ο Evans. Δεδομένου ότι τα προθεσμιακά συμβόλαια αγοράζονται με margin, οι κερδοσκόποι καταβάλλουν περίπου το 10% της αξίας του συμβολαίου, ανάλογα με τη μόχλευση που έχουν.
Ενώ λοιπόν το πλασματικό ποσό σε δολάρια των υφοιστάμενων συμβολαίων δεν μπορεί να είναι τεράστιο, οι θέσεις σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς του αργού πετρελαίου είναι. Ο Evans ανησυχεί ότι η τιμή του πετρελαίου εξαρτάται πλέον εξ ολοκλήρου από την κατάσταση στο Ιράν. "Υπάρχει μόνο ένα θεμελιώδες σενάριο από το οποίο κρεμόμαστε: είτε χάνουμε το ιρανικό πετρέλαιο είτε όχι», λέει.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που οι κερδοσκόποι «ορμούν» στα συμβόλαια του πετρελαίου και ωθούν την τιμή. Όμως, η έκταση του φαινομένου αυτή τη φορά, επισκιάζει τις προηγούμενες «επιδρομές». Για παράδειγμα, τον Ιούλιο του 2007, ένα χρόνο πριν την κορύφωση της τιμής του πετρελαίου στα 144 δολάρια το βαρέλι, οι money managers αγόρασαν καθαρή θέση long σε 160.000 προθεσμιακά συμβόλαια αργο WTI, λέει ο Evans. Σήμερα, ο αριθμός αυτός φτάνει τα 272.000 συμβόλαια.
Όπως ακριβώς η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου ξεσήκωσε το Κογκρέσο ενάντια στη δράση των κερδοσκόπων το 2008, αυτή την εβδομάδα δημοκρατικά μέλη του Κογκρέσου στράφηκαν κατά των κερδοσκόπων του πετρελαίου και κατά της Επιτροπής Προθεσμιακών Συναλλαγών σε Εμπορεύματα για την αποτυχία της να τους περιορίσει.
"Το φαινόμενο είναι πολύ μεγαλύτερο από ό, τι το ΄07 και ΄08», λέει ο Tom Kloza, διευθυντής της εταιρείας ερευνών Oil Price Information Service με έδρα το Νιου Τζέρσεϊ.  Όσο εκκρεμεί η απειλή του Ιράν, η τιμή θα συνεχίσει να αυξάνεται. "Το Ιράν αποτρέπει τους τυπικούς πωλητές που ενεργούν σαν  «αυτόματοι διακόπτες» (circuit breakers) όταν το ράλι της τιμής βγαίνει εκτός ελέγχου», λέει ο Kloza.
"Ο κίνδυνος καθοδικής απόκλισης μεγαλώνει κάθε μέρα,» λέει ο Evans. Όχι μόνο για τους κερδοσκόπους, αλλά και για την παγκόσμια οικονομία. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου καταστρέφουν τελικά τη ζήτηση. Πίσω στο 2008, η τεράστια επιδρομή στο πετρέλαιο έβαλε χαλινάρι στην οικονομική ανάπτυξη προτού κάνει έφοδο η οικονομική κρίση. "Το 2008 προσπαθούσαμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι η ζήτηση είναι ισχυρή και αγνοούσαμε τη ζημιά που έκαναν οι υψηλές τιμές στην πλευρά της ζήτησης».

Ο Kloza πιστεύει ότι είμαστε στα μέσα μιας κατάστασης που θα οδηγήσει σε παρόμοια καταστροφή της ζήτησης. Όσο δελεαστικό και αν είναι να μιλήσει κανείς για παράνομη συμπαιγνία ή χειραγώγηση τιμών, ο Kloza πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι της αγοράς και της αδύναμης μνήμης της. "Είναι ζήτημα μαζικής συμπεριφοράς», λέει ο Kloza. "Και της εκπληκτικής τάσης ολοένα και πιο έξυπνοι άνθρωποι να κάνουν απίστευτες ανοησίες."

Ο Philips είναι συνεργάτης συντάκτης του Bloomberg Businessweek.

http://www.capital.gr/news.asp?id=1436713
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Ανεβαίνει ο πυρετός της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το Ιράν


Ταύτιση συμφερόντων ΗΠΑ – Ισραήλ. 



Της Αριάδνης Αλαβάνου
Καθώς βαίνει προς την κορύφωσή της η καμπάνια των προεδρικών εκλογών στην Αμερική, ανεβαίνει και ο πυρετός της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το Ιράν, τόσο στις ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ. Γεγονός που δεν διέφυγε της προσοχής του αμερικανικού κυρίαρχου Τύπου, ο οποίος γράφει για μια επανάληψη της παράστασης που δόθηκε πριν από την εισβολή στο Ιράκ.
Τα επιχειρήματα των πολεμοκάπηλων είναι έωλα, ακόμη και βάσει όσων υποστηρίζουν οι Δυτικοί και Ισραηλινοί ιθύνοντες. Επί παραδείγματι, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Λ. Πανέτα, ερωτώμενος, τον περασμένο μήνα, αν το Ιράν προσπαθεί πραγματικά να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο απάντησε: «Όχι. Αλλά γνωρίζουμε ότι προσπαθεί να αναπτύξει πυρηνική ικανότητα». Όπως εξηγεί ο Γιουσάφ Μπατ στο Foreign Policy (19/1/2012) κάθε χώρα που διαθέτει πυρηνικό αντιδραστήρα για πολιτικούς σκοπούς έχει «εξ ορισμού πυρηνική ικανότητα». Συνεπώς το Ιράν, βάσει των λεγομένων του Πανέτα, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από ό,τι πολλές χώρες που κατασκευάζουν πυρηνικά εργοστάσια. Εξού και ο Τζέιμς Κλάπερ, επικεφαλής της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών των ΗΠΑ, σε ακρόαση της Γερουσίας παραδέχθηκε ότι δεν ήταν καθόλου πεπεισμένος ότι το Ιράν προσπαθεί να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο (New York Times 21/2/2012).
Από την άλλη, ο Μπ. Νετανιάχου, πρωθυπουργός του Ισραήλ, υποστηρίζει με πάθος ότι το Ιράν βρίσκεται ήδη στο στάδιο κατασκευής πυρηνικού όπλου, πράγμα που αποτελεί «υπαρξιακή απειλή» για τη χώρα του και σχεδιάζει να επιτεθεί μέχρι το καλοκαίρι, πριν το Ιράν εισέλθει στη «ζώνη του απυρόβλητου», όπως την περιγράφουν οι Ισραηλινοί, δηλαδή της πρακτικής κατασκευής του πυρηνικού όπλου. (Ντέιβιντ Ιγνάσιους, The Billings Gazette, 5/2/2012). Στην πραγματικότητα όμως, ουδείς το πιστεύει αυτό, ούτε καν οι μυστικές υπηρεσίες και τα στρατιωτικά επιτελεία του Ισραήλ. Ο Νταν Χαλούτζ, πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου δήλωσε πρόσφατα ότι το Ιράν «αποτελεί σοβαρή αλλά όχι υπαρξιακή απειλή» για το Ισραήλ. «Η χρήση αυτής της ορολογίας είναι παραπλανητική. Εάν αποσκοπεί στο να ενθαρρύνει ένα πλήγμα στο Ιράν, είναι λάθος» (Israel News 2/2/2012).
Τα προσχήματα μπορεί να είναι σαθρά, οι φόβοι για τις εκτεταμένες συνέπειες ενός νέου πολέμου να είναι υπαρκτοί και η πολεμοχαρής ρητορεία να χρησιμοποιείται ως πρόσθετη πίεση προς το Ιράν, αλλά το πλέγμα συμφερόντων που αποβλέπει στη διεξαγωγή ενός πολέμου εναντίον του Ιράν είναι εξαιρετικά ισχυρό.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Κον Χάλιναν (Foreign Policy in Focus, 23/2/2012) το Ισραήλ έχει συμφέρον να διατηρηθεί ο θρησκευτικός και πολιτικός κατακερματισμός στη Μ. Ανατολή. Το Ιράν δεν αποτελεί μεν στρατιωτική απειλή, αλλά αποτελεί πολιτικό πρόβλημα. Με την ανεξαρτησία του απέναντι στη Δύση, τη φανατική υποστήριξη της κυριαρχίας του, τη συμμαχία του με τη Συρία, τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς και με την κατά κύριο λόγο σιιτική κυβέρνηση του Ιράκ δημιουργεί ένα πλέγμα σχέσεων που δεν επιτρέπει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής, σε μια εποχή μάλιστα που όλη η περιοχή μοιάζει με κινούμενο έδαφος.
Όταν οι Αμερικανοί λένε ότι αναφορικά με το Ιράν «εξετάζονται όλες οι επιλογές», εννοούν, σύμφωνα με τον Ιγκνάσιους, ότι θα «τηρήσουν τις δεσμεύσεις» τους απέναντι στο Ισραήλ. Ο Πανέτα (IPS 1/2/2012) μίλησε εμφαντικά για συντονισμό ενεργειών με το Ισραήλ έναντι του Ιράν, ενώ ισραηλινές πηγές αναφέρουν ότι ο Νετανιάχου μπορεί να υπολογίζει ότι μια επίθεση του Ισραήλ σε εποχή εκλογών στις ΗΠΑ θα τις αναγκάσει ή να το υποστηρίξουν ή να πληρώσει ο Ομπάμα το πολιτικό κόστος. Τα συμφέροντα των ΗΠΑ, όμως, συμπίπτουν απόλυτα μ' αυτά του Ισραήλ ως προς το Ιράν, όπως και με τα συμφέροντα των αντιδραστικών μοναρχιών του Κόλπου. Οι οποίες, χρησιμοποιώντας τις θρησκευτικές αντιπαλότητες μεταξύ σιιτών και σουνιτών, διαιρούν τους πληθυσμούς και υπονομεύουν τις ενιαίες κρατικές οντότητες και τους λαούς που θα μπορούσαν να ορθώσουν ανάστημα στις δυτικές δυνάμεις, στην επεκτατική πολιτική του Ισραήλ, να διεκδικήσουν τον ενεργειακό τους πλούτο και δημοκρατικές αλλαγές. Οι Ευρωπαίοι, από την άλλη, ευελπιστούν ότι με τον κατακερματισμό της Μ. Ανατολής θα διατηρήσουν την άνετη πρόσβαση στους υδρογονάνθρακες, έως και θα αποκαταστήσουν την παλιά αποικιοκρατική επιρροή τους. Παράλληλα, οι πετρελαϊκές εταιρίες έχουν κάθε συμφέρον από μια ενδεχόμενη πολεμική αναταραχή, η οποία θα μειώσει την παραγωγή πετρελαίου και θα αυξήσει τις τιμές.
Ο Ιγκνάσιους (ό.π.) αναφέρει ότι το Ισραήλ έχει επεξεργαστεί ένα σενάριο σύντομου πολέμου, το οποίο περιλαμβάνει μια αιφνίδια επίθεση στο Ιράν, απώλειες μόνο 500 Ισραηλινών στρατιωτών και μια εκεχειρία υπό τον ΟΗΕ, υπολογίζοντας ότι οι Ιρανοί δεν έχουν τις τεχνολογικές ικανότητες να αντεπιτεθούν και αν στοχεύσουν τα αστικά κέντρα ή κλείσουν τα στενά του Ορμούζ, τότε θα παρέμβουν στον πόλεμο οι Αμερικανοί.
Βεβαίως, οι δυτικές δυνάμεις δεν είναι πλέον οι μόνοι παίκτες στη διεθνή αρένα. Η παρέμβαση του Βραζιλιάνου υπουργού Εξωτερικών Αντόνιο Πατριότα ότι «ακούμε πως όλες οι επιλογές εξετάζονται σχετικά με το Ιράν, αλλά ορισμένες πράξεις αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο» και το ότι κατέστησε υπεύθυνο τον γ.γ. του ΟΗΕ αντανακλούν τις αλλαγές στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Η Κίνα, η Ρωσία, ακόμη και η Ινδία, ακολουθώντας τα δικά τους τρέχοντα συμφέροντα, δεν υποστηρίζουν έναν πόλεμο που θα αποβεί υπέρ της ισχύος της Δύσης. Ωστόσο, το τοπίο δείχνει ότι το θέμα του Ιράν προσφέρεται για την κλιμάκωση του παγκόσμιου ανταγωνισμού, εν μέσω της τεράστιας αστάθειας που δημιουργεί η καπιταλιστική οικονομική κρίση, με ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs