Subscribe Twitter Twitter

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Ληστεύοντας τους πολίτες

«Οι περιουσίες των ιδιωτών, είτε αποκτήθηκαν με αγορά, είτε από κληρονομία, είτε από συμμετοχή στα αγαθά κάποιας ομάδας ανθρώπων, δεν συμπεριελήφθησαν κατά κανένα τρόπο, ούτε ρητά ούτε κατά συμπέρασμα, στις ασφάλειες που έλαβε ο πιστωτής του κράτους. Δεν πέρασαν καν από το νου του, όταν έκανε τη συμφωνία δανεισμού. Ήξερε πολύ καλά ότι το Δημόσιο, είτε εκπροσωπείται από μονάρχη είτε από κοινοβούλιο, δεν μπορεί να δώσει ως εγγύηση παρά μόνο τη δημόσια περιουσία – και δεν μπορεί να έχει δημόσια περιουσία παρά μόνον όση πηγάζει από μία δίκαιη και αναλογική επιβάρυνση των πολιτών. Αυτή υπόκειται στις αξιώσεις του πιστωτή του κράτους – και καμία άλλη.»
Έντμουντ Μπερκ, Στοχασμοί για την επανάσταση στη Γαλλία. (μτφρ. δική μου – sorry Edmund.)
kip 
Είναι, νομίζω, αντιληπτό ότι ζούμε το αντίθετο. Οι δανειστές και το ελληνικό κράτος ομού, με την κατασκευή ότι οι Έλληνες πολίτες δεν έχουν δήθεν καταβάλει «τη δίκαιη αναλογική επιβάρυνσή» τους για τον σχηματισμό της δημόσιας περιουσίας, αποδύονται σε καταλήστευση των περιουσιών των ιδιωτών. Στόχος των μεν, η επίτευξη πλεονασμάτων προκειμένου να πάρουν τα λεφτά τους πίσω – ή έστω να μη δώσουν περισσότερα. Σκοπός του δε, η κατά το δυνατόν διατήρηση του κρατικού πελατειακού κράτους. Κοινή μέθοδος η δήμευση της ιδιωτικής περιουσίας.
            Όσοι έχουν την υπομονή να διαβάζουν τα σημειώματά μου, γνωρίζουν ότι ούτε υπέρ του να «φάμε» τα χρήματα των δανειστών μας τάσσομαι, ούτε στο κοινωνικό κράτος (άρα και σε εύλογη αναδιανομή εισοδήματος) αντιτίθεμαι. Η αναφορά στον Μπερκ έχει, όμως, σήμερα την αξία της, καθώς η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους σε συνδυασμό με την –κατά το δυνατόν- διατήρηση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα έχουν οδηγήσει σε υπέρβαση του εύλογου ορίου στην άμελξη της ιδιωτικής οικονομίας, με τους φόρους επί της περιουσίας και την καταπάτηση ατομικών δικαιωμάτων όπως το τεκμήριο αθωότητας να αποτελούν χαρακτηριστικά συμπτώματα.
            Η «επίθεση» αυτή είναι μάλιστα γενικότερο φαινόμενο – αν και όχι στην ένταση που την υφίσταται ο πληθυσμός της χώρας μας. Όπως σημείωνε το φθινόπωρο του 2012 σε έκθεσή του ο τραπεζικός αναλυτής Ε. Ντ., τα ανεπτυγμένα κράτη, ήδη τότε χρεωμένα σε μεγάλο βαθμό, σώρευσαν μετά την οικονομική κρίση του 2008 χρέη πρωτοφανή για την περίοδο που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τόσο, ώστε ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ να υπερβεί το 2011 ακόμη και εκείνον του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (που ήταν ο μεγαλύτερος μέχρι τον Δεύτερο). Καθώς η επισφαλής κατάσταση των τραπεζών δεν επέτρεπε τον περιορισμό («κούρεμα», για να ακολουθήσουμε τον συρμό) του χρέους, τα ανεπτυγμένα κράτη άρχισαν να εξετάζουν παλιές συνταγές οικονομικής «καταστολής», δηλαδή εξαναγκαστικούς νόμους και διατάξεις ώστε τα κεφάλαια να διοχετεύονται με μειωμένη απόδοση στη χρηματοδότηση των κρατικών αναγκών και όχι εκεί που θα όδευαν υπό συνθήκες ελεύθερης επιλογής. Υπό περιβάλλον μέτριου πληθωρισμού, η κλασική μεταπολεμική συνταγή ήταν τα χαμηλά ονομαστικά επιτόκια: κατά την περίοδο 1945-1980, ο ετήσιος μέσος όρος του πραγματικού (αποπληθωρισμένου) επιτοκίου καταθέσεων στον ανεπτυγμένο κόσμο ήταν μείον 1,94%. Το εκτιμώμενο όφελος για τις ΗΠΑ έφτασε το 19% (!) των φορολογικών εσόδων – ενώ για την Ιταλία το 128 % (!!). ‘Άλλος προσφιλής τρόπος, γνωστός εν Ελλάδι, ήταν η υποχρεωτική χαμηλότοκη τοποθέτηση των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων στο Δημόσιο, που καρπούνταν το όφελος επί ζημία των ασφαλισμένων.
            Καθώς σήμερα με την ακολουθούμενη πολιτική δεν υπάρχει (ακόμη) ούτε αυτό το εργαλείο του πληθωρισμού, τα κράτη ωθούνται σε ευθύτερες μεθόδους επίθεσης κατά της ιδιωτικής περιουσίας, όπως κυρίως οι φορολογικές. Εντός ορίων, η ανακατανομή πλούτου υπέρ του κράτους –ή μάλλον των δανειστών του- θα μπορούσε να είναι βιώσιμη, αν και σε περιόδους ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης δημόσιες δαπάνες τάξεως 45% του ΑΕΠ δύσκολα μπορούν να κριθούν «λογικές». Στην Ελλάδα (όπου κατά τον ΟΟΣΑ το 2012 οι δημόσιες δαπάνες έφτασαν το 52% του ΑΕΠ), η φορολογική επιδρομή έχει προ πολλού υπερβεί το όριο – και σχεδόν κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να παραταθεί. Όχι πάντως ο Μπερκ (που δεν ζει να τον ρωτήσουμε), ούτε ο τραπεζικός αναλυτής μας..
Υ.Γ. Η Σαράποβα δεν είναι λησταρχίνα- απλώς, όταν τα κείμενα είναι δυσάρεστα, αρμόζει ως εικονογράφηση κάτι το ωραίον.

Δημήτρης Καστριώτης

Πηγή:www.reporter.gr
Bookmark and Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ας είμαστε ευγενείς στο σχολιασμό.

Recent Posts

free counters