Subscribe Twitter Twitter

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Η τετράμηνη μπλόφα της Άνγκελας Μέρκελ

Μιχάλης Γιαννεσκής
Η ακατάπαυστη ροή ειδήσεων σχετικά με τις εξελίξεις των διαπραγματεύσεων με τους «θεσμούς», έχει αποσπάσει την προσοχή από ένα σχετικό και βασικό ερώτημα: Πως είναι δυνατόν για τέσσερις μήνες μία μικρή και καταχρεωμένη χώρα σαν την Ελλάδα με ΑΕΠ που αντιστοιχεί στο 1.5% της Ευρωπαϊκής και 0.35% της παγκόσμιας οικονομίας, να αντιστέκεται σθεναρά στο μπρα-ντε-φερ με διεθνείς οικονομικούς γίγαντες;
Το μόνο ισχυρό χαρτί που έχει στη διάθεσή της η ελληνική πλευρά είναι η στάση πληρωμών και οι συνέπειες της για τις διεθνείς αγορές και κυρίως για την Ευρωζώνη, τη σαθρότητα της οποίας γνωρίζουν καλά οι «θεσμοί». Για να αποφύγουν τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέφερε μία στάση πληρωμών, οι «θεσμοί» ακολούθησαν μέχρι σήμερα μια στρατηγική που εμπεριείχε τη χειραγώγηση, την εξαπάτηση και τον εκφοβισμό της ελληνικής κοινής γνώμης.
Οι πιστωτές, με πρωτεργάτρια την κυρία Μέρκελ συνοδευόμενη από τους παλληκαρισμούς του Σόιμπλε και των λοιπών «σκληρών», άφηναν να εννοηθεί ότι δεν επρόκειτο να αποδεχθούν τις ελληνικές προτάσεις. Ταυτόχρονα, τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ επιστρατεύτηκαν για τη χειραγώγηση της ελληνικής κοινής γνώμης. Ο κύριος σκοπός ήταν να πείσουν ότι η κυβέρνηση, ενόσω δεν έκανε παραχωρήσεις, οδηγούσε τη χώρα σε μία οδυνηρή και καταστροφική έξοδο από το ευρώ. Οι πιστωτές περίμεναν ότι η εκ των έσω πίεση θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να υποχωρήσει σημαντικά από τις «κόκκινες γραμμές» της.
Μέχρι στιγμής ο τετράμηνος εκφοβισμός αποδείχτηκε μπλόφα. Οι προθεσμίες για την επίτευξη συμφωνίας παρατείνονταν συνέχεια. Τα μηνύματα που έστελναν οι διάφοροι (και πολλές φορές οι ίδιοι) εκπρόσωποι των «θεσμών» σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας, άλλαζαν από θετικά σε αρνητικά με μεγάλη συχνότητα.
Οι επόμενες μέρες θα δείξουν αν οι πιστωτές είναι διατεθειμένοι να διαβούν το κατώφλι της ρήξης. Πάντως η γερμανική ηγεσία έχει σοβαρούς λόγους να ανησυχεί σχετικά με τις επιπτώσεις των διαπραγματεύσεων, εν μέρει λόγω των πτωτικών τάσεων της γερμανικής οικονομίας. Για παράδειγμα, ο γερμανικός χρηματιστηριακός δείκτης DAX έχει πέσει 9% μέσα σε τρεις μήνες, ενώ o δείκτης οικονομικής προοπτικής ZEW έχει μειωθεί κατά 25% μέσα σε δύο μήνες.
Το επικοινωνιακό σκέλος της στρατηγικής των «θεσμών» έφερε κάποιο (αλλά μάλλον πολύ μικρότερο από το αναζητούμενο) αποτέλεσμα. Οι δημοσκοπήσεις του Πανεπιστημίου Μακεδονίας δείχνουν ότι από το Φεβρουάριο μέχρι σήμερα αυτοί που φοβούνται την έξοδο αυξήθηκαν από 35.5% σε 51.5%, ενώ αυτοί που δεν τη φοβούνται αυξήθηκαν επίσης, από 31.5% σε 44% κατά το ίδιο διάστημα. Γιατί όμως οι προσπάθειες εκφοβισμού της ελληνικής κυβέρνησης και χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τους «θεσμούς» δεν βρήκαν μεγαλύτερη απήχηση;
Κατ’ αρχάς, αυτές οι προσπάθειες συνάντησαν σημαντικά εμπόδια σε διεθνές επίπεδο. Νομπελίστες οικονομολόγοι, όπως ο Joseph Stiglitz, ο Paul Krugman, και ο Amartya Sen, υποστήριξαν επανειλημμένα ότι η λιτότητα αποτελεί λανθασμένο τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και ότι η διαγραφή ενός μέρους του χρέους είναι απολύτως αναγκαία. Και βέβαια η διαγραφή μέρους του χρέους της Ελλάδας έχει προταθεί ακόμη και από το ΔΝΤ.
Ακόμη και ο Κύπριος νομπελίστας οικονομολόγος Χριστόφορος Πισσαρίδης, ένθερμος υποστηρικτής του δεξιού προέδρου της Κύπρου Αναστασιάδη, σε ομιλία του στο Λονδίνο στις 19 Φεβρουαρίου, κατηγόρησε τη Γερμανία ότι επιβάλλει πολιτική η οποία αρμόζει στη γερμανική οικονομία, αλλά όχι στις οικονομίες χωρών όπως η Ελλάδα, κάτι που είχε επισημάνει από τον Οκτώβριο του 2013 (http://tvxs.gr/news/eyropi-eop/pissaridis-oi-dimosionomikes-politikes-ti...). Στην ίδια ομιλία, ο Χρ. Πισσαρίδης δήλωσε ότι δεν προβλέπει έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Μία άποψη που συμμερίζεται ο έγκυρος οικονομολόγος Mark Weisbrot, ο οποίος έχει επίσης υπογραμμίσει ότι η κ. Μέρκελ δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως η καγκελάριος που κατέστρεψε την Ευρωζώνη, και ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να αναγκαστεί η Ελλάδα να ζητήσει στήριξη από χώρες εκτός της ΕΕ, όπως η Ρωσία.
Σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες, οι ειδήμονες κάθε είδους που επιστρατεύτηκαν για την υπεράσπιση των αξιώσεων των «θεσμών» ήταν κυρίως δευτεροκλασάτοι και τριτοκλασάτοι οικονομολόγοι και παράγοντες. Στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν οικονομολόγοι, εγχώριοι και μη, και μέλη δεξαμενών σκέψης, οι οποίοι γαντζώθηκαν πάνω σε  κάθε ευκαιρία προβολής τους μέσω των ΜΜΕ. Ο ρόλος τους ήταν σχετικά απλός: να παραπλανήσουν το ακροατήριό τους με «επιστημονικά» στοιχεία, τα οποία κατέχουν λόγω της ιδιότητάς τους. Οι γνώμες τέτοιων ειδημόνων επιβεβαιώθηκαν από ανώνυμους αξιωματούχους  και «πηγές»,  από «ειδικούς που έχουν γνώση των πραγμάτων», και από τριτοκλασάτους πολιτικούς παράγοντες, τους οποίους επικαλέστηκαν πολλά ΜΜΕ.
Δύο κύριοι στόχοι της παραπληροφόρησης ήταν η αναζωπύρωση του φόβου της εξόδου από την Ευρωζώνη και η αναγκαιότητα ενός αναπόφευκτου συμβιβασμού της Ελλάδας με οποιουσδήποτε όρους. Η παραπληροφόρηση στόχευε επίσης στον αποπροσανατολισμό του κοινού από τα πραγματικά αίτια της οικονομικής κρίσης, τα οποία αποτελούν και τα κύρια εμπόδια για την επίλυσή της.
Το πιο άμεσο εμπόδιο είναι η σαθρή και δυσλειτουργική δομή της Ευρωζώνης. Οικονομίες διαφόρων μεγεθών και ταχυτήτων βρέθηκαν σε μία νομισματική ένωση, χωρίς τη δυνατότητα ανακύκλωσης πλεονασμάτων ώστε να υποστηρίζονται οι ελλειμματικές χώρες. Οι οποίες, βέβαια, δεν μπορούσαν να υποτιμήσουν το (κοινό) νόμισμα τους για να υποστηρίξουν την οικονομία τους. Η μόνη υποστήριξη που προσφέρθηκε ήταν μέσω των μνημονίων, τα οποία μεγένθυναν τις ανισότητες μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών κρατών, και στην ελληνική περίπτωση υποστήριξαν τον ξένο τραπεζικό και όχι τον εγχώριο παραγωγικό τομέα.
Ένα άλλο εμπόδιο είναι η αυθαιρεσία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ένα σύστημα το οποίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια πλασματική χρηματοπιστωτική οικονομία, φουσκωμένη με προϊόντα αυθαίρετης αξίας, η οποία ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τα κέφια της θεωρητικά απρόσωπης και παντογνώστριας αγοράς.
Τρίτο εμπόδιο αποτελούν οι πραγματικοί στόχοι των πιστωτών, οι οποίοι αφορούν κυρίως τη μεγιστοποίηση του κέρδους των μεγάλων επενδυτικών ιδρυμάτων που κατευθύνουν την παγκόσμια οικονομία.
Βέβαια, η κατάσταση της διεθνούς οικονομίας και οι βλέψεις των πιστωτών δεν θα αποτελούσαν άμεσα εμπόδια για την Ελλάδα, αν μπορούσε να διαχειριστεί την οικονομική της κρίση χωρίς τον περισταλτικό μανδύα του κοινού νομίσματος. Όπως η Ισλανδία, μία χώρα με πληθυσμό μόλις 315.000, η οποία επέτυχε σημαντική πτώση της ανεργίας, του πληθωρισμού και του χρέους, ακολουθώντας ακριβώς αντίθετη τακτική από αυτή που συνιστούν τα μνημόνια. Μια χώρα που αντί να σώσει τις τράπεζες της, έβαλε τους καταχραστές τραπεζίτες στη φυλακή. Η Ισλανδία επέτυχε πολύ μεγαλύτερη ανάκαμψη από τον «καλό μαθητή» των μνημονίων, την Ιρλανδία, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της και δίνοντας στον υπόλοιπο κόσμο ένα υποδειγματικό μάθημα δημοκρατίας.
Θα μάθουμε σε λίγες μέρες αν η τετράμηνη μπλόφα της κ. Μέρκελ έχει ημερομηνία λήξεως.  Και τότε, θα έχουμε την επιλογή να ακολουθήσουμε το ισλανδικό παράδειγμα ανάκαμψης με ένα παράλληλο νόμισμα, ή να επιτύχουμε μία συμφωνία με διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους και χωρίς τους δουλοπρεπείς όρους των προηγούμενων μνημονίων. Οτιδήποτε άλλο δεν θα αποτελεί βιώσιμη λύση, όπως και αν παρουσιαστεί.
Bookmark and Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ας είμαστε ευγενείς στο σχολιασμό.

Recent Posts

free counters