Subscribe Twitter Twitter

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Γιατί επιμένει η Γερμανία;


Από τον εφιάλτη του Μεσοπολέμου στην κοινωνική σύμβαση του 2000 και τη σημερινή κρίση της Ευρωζώνης
Μνημόνια: Οπωσδήποτε. «Κούρεμα» χρέους: Με τίποτα. «Τύπωμα» χρήματος: Ούτε συζήτηση.Εξαγωγές: Ασφαλώς. Πιο συγκεκριμένο δεν γίνεται. Το γερμανικό δόγμα οικονομικής πολιτικής είναι κυρίαρχο στη διαμόρφωση της στρατηγικής της Ευρωζώνης και ουδόλως πτοείται από τη χαμηλή του δημοτικότητα εντός και εκτός Ευρώπης. Γιατί επιμένει η Γερμανία;
«Η Μέρκελ, αν θέλει, μπορεί να αγοράσει το χρέος της Ελλάδας μέσα σε μία μέρα. Αλλά αν το κάνει, δεν θα αλλάξει κανείς και τίποτα». Η συγκεκριμένη αποστροφή συνομιλητή του naftemporiki.gr έχει σαφή δόση υπερβολής, ωστόσο, μάλλον είναι ενδεικτική της προσέγγισης του Βερολίνου. Ο προβληματισμός με τον οποίο η Γερμανία φέρεται να βρίσκεται αντιμέτωπη καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:
Αν αναχρηματοδοτηθούν δραστικά τα χρέη ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος χρεοκοπίας και εξόδου μιας χώρας - μέλους από το κοινό νόμισμα, τότε θα καταστεί σαφές στις αγορές ότι η συμμετοχή στο ευρώ είναι δεδομένη κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και θα αφαιρεθούν τα κίνητρα για την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων που μειώνουν τα χρέη και κυρίως για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν την παραγωγικότητα.

Στο νομισματικό μουσείο της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας υπάρχει παιχνίδι που σου ζητεί να επιλέξεις πόσο χρήμα θα δημιουργήσεις. Αν οδηγηθείς σε πληθωρισμό, «καίγεσαι». 

Πάνω σε αυτήν τη βάση λογικής η Γερμανία σαφώς αντιτίθεται στις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για περαιτέρω ποσοτική χαλάρωση, πιο κοντά στο αμερικανικό πρότυπο. Σύμφωνα με την κριτική που εκπορεύεται από το Βερολίνο απέναντι στην επιλογή του Μάριο Ντράγκι, να ενισχύσει τη ρευστότητα στην περιοχή του ευρώ προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος αποπληθωρισμού, τα πρόσφατα χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού οφείλονται εν μέρει στη μείωση των τιμών του πετρελαίου και άλλων προϊόντων. Καταδεικνύεται δε η ανάγκη χώρες της περιφέρειας όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητα και να ενισχύσουν -με αυτόν τον τρόπο- την αγοραστική δύναμη. Το ίδιο σκεπτικό διατείνεται ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ενός φαύλου κύκλου πτωτικού πληθωρισμού και περιορισμού της κατανάλωσης, υπό την επισήμανση ότι τα ποσοστά του πληθωρισμού θα σκαρφαλώνουν σταδιακά όσο θα ανακάμπτει η οικονομία.
«Αγοράζοντας τιτλοποιημένα ομόλογα, εκθέτουμε τον Ευρωπαίο φορολογούμενο σε πιστωτικό κίνδυνο», έγραφε σε άρθρο στους Financial Times ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Μichael Heise, προσθέτοντας ότι οποιοδήποτε πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων που επικεντρώνεται στις πιο αργά αναπτυσσόμενες οικονομίες θα οδηγήσει σε μια «πολιτικά απαράδεκτη ανακατανομή κινδύνου» στην Ευρωζώνη και θα θέσει τα λάθος κίνητρα για τη δημοσιονομική πολιτική. Η γερμανική πλευρά εκτιμά ότι η ΕΚΤ δεν πρέπει να διατηρεί την υπόσχεση πως ανεξάντλητη ρευστότητα θα είναι διαθέσιμη επ’ άπειρον και θεωρεί ότι αυτά στα οποία πρέπει τώρα να εστιάσει η Ευρώπη αφορούν «βελτιώσεις στις αγορές εργασίας και στο επενδυτικό κλίμα, βιώσιμες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις και ανακατανομές των δημοσίων δαπανών προς επενδύσεις στις υποδομές και στην εκπαίδευση».

Ακόμη και αν η καγκελαρία επέλεγε να προωθήσει ένα δραστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, αυτό με δυσκολία θα περνούσε από το γερμανικό κοινοβούλιο. Λιτότητα αντιμετωπίζουν και οι Γερμανοί, οι οποίοι δεν διατίθενται να «χαρίσουν» λεφτά στους Έλληνες. Κομβική θεωρείται η συμφωνία στην αρχή της δεκαετίας του 2000 για χαμηλές αποδοχές και υψηλή απασχόληση.
Το τελευταίο στοιχείο, δηλαδή οι επενδύσεις σε υποδομές πριν απ’ όλα στο εσωτερικό της, είναι στην πράξη αυτό στο οποίο κυρίως εναποθέτουν τις προσδοκίες τους όσοι επιζητούν μία αλλαγή στρατηγικής από το Βερολίνο, υπό την έννοια ότιμία δραστική αύξηση δημοσίων επενδύσεων για δρόμους, σχολεία και πανεπιστήμια θα είναι επωφελής τόσο για την ίδια τη Γερμανία όσο και συνολικά για την Ευρωζώνη. Ευρύτερα, ωστόσο, η ευθεία επενδυτική στήριξη της περιφέρειας από τη Γερμανία προσκρούει στη λογική προστασίας των κεκτημένων της από την περίοδο των μεταρρυθμίσεων στην αρχή της δεκαετίας του 2000, με τις οποίες η χώρα εξήλθε τότε από τη δική της κρίση, αγγίζοντας πλέον το «θαύμα» της σχεδόν πλήρους απασχόλησης, αν και -κατά έναν μεγάλο βαθμό- χαμηλών αποδοχών .
Ο Γερμανός πολιτικός, ακόμη περισσότερο ο Γερμανός πολίτης και φορολογούμενος, θεωρεί εξαιρετικά άδικο να δανείζει χώρες που αποδείχτηκαν ανίκανες στο πρόσφατο παρελθόν να ισοσκελίσουν τον προϋπολογισμό τους και να προβούν σε μεταρρυθμίσεις, μία άποψη η οποία είναι ιδιαίτερα εδραιωμένη στη γερμανική κοινή γνώμη για την περίπτωση της Ελλάδας, που δεν φημίζεται για την αποτελεσματικότητα του πολιτικού και οικονομικού της συστήματος.
Πιθανότατα, το πνεύμα που διέπει σήμερα τη λογική της Γερμανίας στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη έχει ρίζες στη συμβουλή την οποία απηύθυνε ο Andrew W. Mellon (Αμερικανός τραπεζίτης, επιχειρηματίας και πολιτικός / 1855 - 1937) στον πρόεδρο των ΗΠΑ Herbert Hoover, την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης: «Ρευστοποιήστε την εργασία, τις μετοχές, τον αγροτικό τομέα, την ακίνητη περιουσία… θα διώξει τη σαπίλα από το σύστημα. Τα υψηλά κόστη διαβίωσης θα κατέβουν. Ο κόσμος θα εργάζεται πιο σκληρά, θα ζει μια πιο ηθική ζωή. Οι αξίες θα αναπροσαρμοστούν και οι πρωτοποριακοί πολίτες θα ξεχωρίσουν από τους λιγότερο ανταγωνιστικούς πολίτες».
Για την ώρα, ορατές στην Ευρωζώνη είναι κυρίως οι επιπτώσεις της ύφεσης οι οποίες στραγγαλίζουν την πραγματική οικονομία, με τους επικριτές της γερμανικής στρατηγικής να προσάπτουν στο Βερολίνο «θρησκευτική προσκόλληση» σε μία πολιτική την οποία θεωρούν αδιέξοδη. 
Γιατί επιμένει η Γερμανία:
  • στο καθεστώς των μνημονίων, υπό την υφιστάμενη εποπτεία και συνταγή, στις χώρες που αποτελούν τους αδύναμους κρίκους της Ευρωζώνης;
  • στην απόλυτη άρνηση σε οτιδήποτε συνιστά «τύπωμα» χρήματος;
  • στη μη αύξηση των αποδοχών και της ζήτησης στο εσωτερικό της, παρ’ όλα τα δημοσιονομικά της περιθώρια;
  • στο εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της Ευρωζώνης, που θα έλεγε κανείς ότι σημαίνει «ζήτηση μόνο εκτός της περιοχής του Ευρώ»;
Κατάλληλες για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων οι αναλύσεις εμπειρογνωμόνων τις οποίες φιλοξενεί σήμερα το naftemporiki.gr.

Μιχάλης Χαλιάσος
Καθηγητής, PhD, Πανεπιστήμιο Γκαίτε
Φρανκφούρτη
Οι Γερμανοί, ως λαός, καταστρώνουν πρώτα κάποιο σχέδιο και κατόπιν το φέρουν εις πέρας. ΣτηΓερμανία, αν υποσχεθείς ή αναλάβεις να κάνεις κάτι, δεν μπορείς να διανοηθείς να μη το πραγματοποιήσεις. Αν δεν τηρήσεις τις υποχρεώσεις σου, χάνεις πλήρως την αξιοπιστία σου. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ευχέρεια ή προθυμία αλλαγής του αρχικού σχεδίου, γιατί αυτό θεωρείται εν μέρει αποτυχία. Το γερμανικό μυαλό λειτουργεί με αυτό τον τρόπο στην καθημερινή ζωή και στις επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αυτός ο τρόπος σκέψης μεταφέρεται και στα μεγάλα κρατικά ζητήματα, όπως τα μνημόνια και η κρίση. Αν δεν το καταλάβουμε αυτό, δεν μπορούμε να συνομιλήσουμε ούτε να διαπραγματευθούμε με τους Γερμανούς. Η μοναδική ελπίδα να τους πείσουμε να αλλάξουν σχέδιο είναι να καταστρώσουμε ισοδύναμα μέτρα με μικρότερο κόστος και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και να τους τα παρουσιάσουμε. Δεν πείθουμε φωνάζοντας, βρίζοντας, απειλώντας και καίγοντας σημαίες. 

Η Γερμανία είναι μια χώρα που “κάηκε” από τον υπερπληθωρισμό, τόσο στην περίοδο του μεσοπολέμου όσο και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν διανοείται άλλο σκοπό νομισματικής πολιτικής από ένα σταθερό και ισχυρό νόμισμα χωρίς διάβρωση από τον πληθωρισμό.

Η Γερμανία είναι μια χώρα που “κάηκε” από τον υπερπληθωρισμό, τόσο στην περίοδο του μεσοπολέμου όσο και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν διανοείται άλλο σκοπό νομισματικής πολιτικής από ένα σταθερό και ισχυρό νόμισμα χωρίς διάβρωση από τον πληθωρισμό. Τα επεισόδια υπερπληθωρισμού οφείλονταν σε υποταγή της Κεντρικής Τράπεζας στις επιλογές των κυβερνήσεων, που δημιουργούσαν τεράστια ελλείμματα και υπέρμετρο χρέος για να χρηματοδοτήσουν τις πολεμικές προσπάθειες και κατόπιν απαιτούσαν από την Κεντρική Τράπεζα να αγοράσει τα ομόλογά τους με ζεστό χρήμα. Οι κατοπινές αναλύσεις έδειξαν ότι διάφορα επεισόδια υπερπληθωρισμού έληξαν σε μια νύχτα όταν καταργήθηκε η υπόσχεση της ΚΤ να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα του προϋπολογισμού. Η χρηματοδότηση δημοσιονομικών ατασθαλιών είναι πολύ κοντά στους χειρότερους εφιάλτες τους από το παρελθόν. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στο νομισματικό μουσείο της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας υπάρχει παιχνίδι που σου ζητεί να επιλέξεις το πόσο χρήμα θα δημιουργήσεις και σε αυτό “καίγεσαι” αν δημιουργήσεις πληθωρισμό! Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι η επίσημα διατυπωμένη αποστολή (mandate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας περιέχει μόνο τη σταθερότητα των τιμών και όχι την επίτευξη ικανοποιητικού επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας, όπως προβλέπεται για την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ. Η Γερμανία δεν θα συμφωνούσε σε κάτι άλλο. 

Η λογική της Γερμανίας τώρα είναι ότι δεν μπορεί να ζητεί από τους Νοτίους εταίρους της να υφίστανται θυσίες και να επιδεικνύουν δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να κάνει και η Γερμανία το ίδιο. Αντί να επικρατήσει η λογική του να ξοδεύει όποιος έχει τη δυνατότητα, επικρατεί η λογική του να μη δίνουμε το κακό παράδειγμα.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μη αύξηση των αποδοχών και της ζήτησης στο εσωτερικό της Γερμανίας, παρ’ όλα τα δημοσιονομικά της περιθώρια. Η λογική της Γερμανίας τώρα είναι ότι δεν μπορεί να ζητεί από τους Νοτίους εταίρους της να υφίστανται θυσίες και να επιδεικνύουν δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να κάνει και η Γερμανία το ίδιο. Αντί να επικρατήσει η λογική του να ξοδεύει όποιος έχει τη δυνατότητα, επικρατεί η λογική του να μη δίνουμε το κακό παράδειγμα. Είναι τόσο απλό. 
Δεν νομίζω ότι το εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης της Ευρωζώνης, στη λογική «ζήτηση μόνο εκτός της περιοχής του Ευρώ», είναι η πρώτη της επιλογή. Αν μπορούσε να έχει ζήτηση και από την υπόλοιπη Ευρώπη, γιατί όχι; Δεν θέλει, όμως, απλώς να μεταφέρει χρήμα στην υπόλοιπη Ευρώπη που θα επανέρχεται στη Γερμανία μέσω εξαγωγών. Από τη μια θέλει να πραγματοποιηθούν διαρθρωτικές αλλαγές στις προβληματικές χώρες της Ευρωζώνης, ώστε να αυξηθούν και οι δικές τους παραγωγικές και εξαγωγικές δυνατότητες. Από την άλλη, θεωρεί ότι απλή τροφοδότηση με χρήμα δεν εγγυάται τις διαρθρωτικές αλλαγές αλλά αντίθετα επιβραβεύει την δημοσιονομική ασυδοσία που επέδειξαν οι προβληματικές χώρες στο παρελθόν και αυξάνει τις πιθανότητες επανάληψης των μεγάλων ελλειμμάτων. Αυτή είναι η λογική του ‘απύθμενου βαρελιού’ και του ‘ηθικού κινδύνου’ που οι Γερμανοί επικαλούνται συχνά.


Δημ. & Χρ. Ιωάννου
Οικονομολόγοι
Αθήνα
Συμπεριφέρεται η Γερμανία «ανορθολογικά» όσον αφορά την οικονομική κρίση της ευρωζώνης; Η οικονομία της ευρωζώνης, ως σύνολο, είναι σαφές ότι διέρχεται μία υφεσιακή συγκυρία. Απειλείται με αντιπληθωρισμό και έχει υψηλή ανεργία. Επίσης την ίδια στιγμή παρουσιάζει πλεόνασμα στο εμπορικό της ισοζύγιο με τον υπόλοιπο κόσμο, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει αυξημένη αποταμίευση η οποία δεν βρίσκει επενδυτική διέξοδο στο εσωτερικό της και γι’ αυτό γίνεται δανεικό κεφάλαιο σε ξένες οικονομίες. Συνεπώς, η συνολική εικόνα της οικονομίας της ευρωζώνης είναι ότι κινείται σε μία «κεϋνσιανή περιοχή» ύφεσης για να εξέλθει από την οποία απαιτούνται πολιτικές «τόνωσης της ζήτησης», νομισματικής ή δημοσιονομικής φύσης. Δεδομένου όμως ότι η νομισματική πολιτική δεν έχει άλλα περιθώρια χαλάρωσης, εφ’ όσον τα επιτόκια της ΕΚΤ είναι σχεδόν μηδενικά, μόνη εναπομένουσα πολιτική φαίνεται να είναι η δημοσιονομική επέκταση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, και ούτε πρόκειται να συμβεί. Γιατί;

Η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση αναλάβει ο Γερμανός φορολογούμενος προκειμένου να υπάρξει δημοσιονομική τόνωση θα «διαρρεύσει» στην υπόλοιπη ευρωζώνη, ή ακόμη και στην Κίνα, προσθέτοντας εκεί κάποιες -προσωρινές πιθανόν- θέσεις εργασίας,

Η ευρωζώνη δεν διαθέτει πραγματική κεντρική οικονομική και δημοσιονομική διακυβέρνηση διότι δεν είναι ένα ενιαίο οικονομικό σύστημα. Η κάθε κυβέρνηση είναι υπόλογη στο δικό της εθνικό εκλογικό σώμα και όχι στο σύνολο των ψηφοφόρων της ευρωζώνης. Και αυτό διαμορφώνει μία πραγματικότητα που είναι πολύ διαφορετική από τις διακηρύξεις και τις εξαγγελίες.
Είναι, κατ’ αρχήν, προφανές ότι οι οικονομίες του Νότου δεν έχουν περιθώρια δημοσιονομικής επέκτασης εφ’ όσον, εκτός όλων των άλλων, αντιμετωπίζουν και βαθειά δημοσιονομική κρίση. Η «τόνωση της ζήτησης», συνεπώς, μπορεί να προέλθει μόνο από τις χώρες του Βορρά και κυρίως από την Γερμανία, η οποία άλλωστε βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας και του δικού της ΑΕΠ και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την παραπάνω λογική θα είχε κάθε λόγο για κάτι τέτοιο. Εν τούτοις όμως, ούτε και αυτό φαίνεται ικανό να την οδηγήσει στην επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.
Ο λόγος είναι ότι, παρά τους ισχυρισμούς των «ριζοσπαστών κριτικών», οι κυβερνήσεις δεν προσφεύγουν στον δανεισμό και στις αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες απλά για να βελτιώσουν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Το πράττουν μόνο όταν αισθάνονται κοινωνικές πιέσεις από την αύξηση της ανεργίας. Η Γερμανία, λοιπόν, (αλλά και η «συνοδοιπόρος» της Αυστρία), στην πραγματικότητα δεν πάσχει σε αυτό το σημείο, με την έννοια ότι το υπάρχον ποσοστό ανεργίας που είναι 4,9% (επίσης και στην Αυστρία-τα χαμηλότερα ποσοστά της Ευρώπης) στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στο φυσιολογικό ποσοστό της «ανεργίας τριβής» συν το ποσοστό της εκούσιας ανεργίας.

Η Γερμανία, από την εμπειρία της, γνωρίζει πολύ καλά ότι η πολιτική του να διανέμεις εισοδήματα που η οικονομία δεν έχει δημιουργήσει με την ελπίδα ότι θα τα δημιουργήσει σε μία μεταγενέστερη φάση είναι μία οικονομική φιλοσοφία αδιέξοδη η οποία στην δεκαετία του 1990 κόντεψε να την οδηγήσει στην καταστροφή και την ίδια (με την εν μέρει αναγκαστική, αφειδή χρηματοδότηση της «επανένωσης»).

Συνεπώς η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση αναλάβει ο Γερμανός φορολογούμενος προκειμένου να υπάρξει δημοσιονομική τόνωση θα «διαρρεύσει» στην υπόλοιπη ευρωζώνη, ή ακόμη και στην Κίνα, προσθέτοντας εκεί κάποιες -προσωρινές πιθανόν- θέσεις εργασίας, εφ’ όσον είναι μάλλον απίθανο ότι στην Γερμανία η ανεργία θα μειωθεί κάτω από το 4,9%. Πρόκειται για μία προοπτική που δεν είναι αρεστή ούτε στους Γερμανούς ψηφοφόρους, ούτε στον γερμανικό επιχειρηματικό κόσμο.  Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένων υπ’ όψιν των κριτηρίων που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική κατάσταση της χώρας, δηλαδή των κριτηρίων με τα οποία κρίνει και αποφασίζει η κάθε πολιτική ηγεσία, η συμπεριφορά της γερμανικής κυβέρνησης, που σχεδιάζει να έχει έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό τον επόμενο χρόνο, δεν δείχνει να είναι ανορθολογική.
Μήπως όμως είναι η συμπεριφορά αυτή εγωϊστική και ανορθολογική εάν κριθεί στο ευρύτερο επίπεδο της ευρωζώνης;
Αυτή τουλάχιστον είναι η κυριαρχούσα κατηγορία που απευθύνεται εναντίον της γερμανικής κυβερνήσεως. Μόνο που ούτε και αυτή είναι τεκμηριωμένη. Αφ’ ενός τα περί αλτρουϊσμού είναι ανεδαφικοί και αφελείς ισχυρισμοί που διατυπώνονται για να εξυπηρετήσουν κυρίως τις δημοκοπικές ανάγκες των «παραπονουμένων» δεδομένου ότι στον πραγματικό κόσμο κανείς δεν καθορίζει την πολιτική του με βάση τις ανάγκες των άλλων-ούτε και οι κήρυκες της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» το πράττουν ή θα το έπρατταν εάν τους δινόταν η ευκαιρία. Αφ’ ετέρου, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, η λογική του να «σύρουν το κάρο» οι χώρες του Βορρά προσκρούει σε ορισμένα πραγματικά γεγονότα.
Τα προβλήματα της Γαλλίας, για παράδειγμα, φαίνεται ότι εντάθηκαν, και δεν μειώθηκαν από την κεϋνσιανή πολιτική που προσπάθησε να ακολουθήσει τα δύο τελευταία χρόνια ή γαλλική κυβέρνηση. Άλλωστε, με 4,4% προβλεπόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για «περιοριστική δημοσιονομική πολιτική» στην χώρα αυτή. Δηλαδή πόσο πρέπει να είναι το έλλειμμα σε μία οικονομία που έχει ανεργία κοντά στο 11% για να είναι η πολιτική της «αναπτυξιακή»; Εάν συνυπολογίσουμε δε και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη χώρα αντιμετωπίζει τα σημερινά της προβλήματα παρά το ότι δεν έχει παρουσιάσει ούτε έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό μετά το 1973, θα πρέπει να προβληματιστούμε για το αν και κατά πόσο η λύση στα προβλήματα είναι πάντοτε «δημοσιονομική τόνωση της ενεργού ζητήσεως», δηλαδή περισσότερο ελλείμματα και χρέος για τις επόμενες γενιές.

Τη στιγμή που δεν δανείζεται ούτε για να επενδύσει στην διάσωση των δικών της υποδομών που σχεδόν καταρρέουν, η Γερμανία δεν έχει την παραμικρή διάθεση να χρηματοδοτήσει με επιβάρυνση των φορολογουμένων πολιτών της τα πειράματα εκείνων που αρνούνται να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα, πειράματα τα οποία, αν μη τι άλλο, μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει εντυπωσιακά.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και οι ίδιοι οι πολιτικοί της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας αναγνωρίζουν ότι οι οικονομίες των χωρών τους παρουσιάζουν σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν μεταρρυθμίσεις-στις οποίες όμως δεν δείχνουν να επείγονται να προχωρήσουν, στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον που επείγονται για την «δημοσιονομική χαλάρωση», την οποία την περιμένουν κυρίως από τον Βορρά ή από τα ευρωομόλογα. Στις συνθήκες αυτές είναι εύλογο για τους Γερμανούς ιθύνοντες να σκέφτονται ότι η επίκληση της δημοσιονομικής χαλάρωσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα πρόσχημα των πολιτικών του Νότου για να αποφύγουν τα απαραίτητα, αλλά επώδυνα για την πολιτική τους πελατεία, μεταρρυθμιστικά μέτρα. Κάτι το οποίο, φυσικά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τους Γερμανούς για πολλούς λόγους, κυριότερος των οποίων είναι ότι έχουν οι ίδιοι βιωματική εμπειρία του γεγονότος ότι η μεταρρύθμιση, όσο οδυνηρή και αν είναι, είναι επίσης και εφικτή και αποδίδει μεσομακροχρόνια, πράγμα που αποδεικνύεται από την σημερινή «υγεία» της γερμανικής οικονομία, που μέχρι προ δεκαετίας ήταν ο «μεγάλος άρρωστος» της Ευρώπης.
Άλλωστε υπάρχει μία μεγάλη παρεξήγηση, ή ίσως διαστρέβλωση, σχετικά με το ποιες ακριβώς ήταν οι γερμανικές μεταρρυθμίσεις, διαστρέβλωση η οποία σχετίζεται και τροφοδοτεί τους, εν πολλοίς, δημαγωγικούς και αποπροσανατολιστικούς ισχυρισμούς ότι η έξοδος από την κρίση βρίσκεται στην εκτεταμένη δημοσιονομική τόνωση της οικονομίας και μόνο. Το γεγονός, λοιπόν, είναι ότι η γερμανική οικονομία παρουσιάζει και ή ίδια πολύ μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα: βρίσκεται σε δημογραφική κατιούσα, έχει γηράσκουσες και εξαιρετικά επιβαρυμένες υποδομές, στάσιμη μέση παραγωγικότητα και μετριότατους μέσους ρυθμούς ανάπτυξης μεσομακροχρόνια. Οι επιτυχείς μεταρρυθμίσεις που έσωσαν την Γερμανία μεταμορφώνοντας την από τον «μεγάλο ασθενή» στον ισχυρό ηγεμόνα της Ευρώπης δεν «διόρθωσαν» τίποτε από όλα αυτά. Έκαναν όμως κάτι άλλο, πιο σημαντικό αλλά πολύ «πεζό» για τα δεδομένα των -υποτίθεται- προοδευτικών κοινωνιών του Νότου: προσάρμοσαν τις αμοιβές στην πραγματική παραγωγικότητα της οικονομίας, και όχι στην «προσδοκώμενη». Και επίσης προσάρμοσαν την αγορά εργασίας στην πραγματική λειτουργία της οικονομίας και όχι στην ιδεατή.
Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από ό,τι έκαναν οι χώρες του Νότου, επικαλούμενες μεταξύ άλλων και την κεϋνσιανή θεωρία, και οδηγήθηκαν τελικά στην κρίση-και ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα στην χρεοκοπία και στην κατάρρευση. Σε αυτές τις αποτυχημένες, όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, αλλά με πολύ μεγάλες οικονομολογικές αυθεντίες, οικονομίες η επικρατούσα αντίληψη τόσο στην πορεία προς την κρίση, αλλά και σήμερα στην αναζήτηση διεξόδου από αυτήν, ήταν η ακριβώς αντίθετη από την γερμανική: πρώτα δίνονταν οι αυξήσεις, και τα προνόμια, και στην συνέχεια αναμενόταν ότι η «ανάπτυξη» που θα δημιουργηθεί εξ αιτίας της «αύξησης της ενεργού ζήτησης» και της συνεπαγόμενης ανόδου της παραγωγικότητας, θα καθιστούσε τις αυξήσεις βιώσιμες, καθώς η λειτουργία της οικονομίας θα είχε ανέλθει σε ένα υψηλότερο επίπεδο εισοδήματος. (Ακόμη και σήμερα, στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό αποτελεί ένα προτεινόμενο πρόγραμμα εξόδου από την κρίση!).
Δυστυχώς όμως, μέχρι τώρα, η εμπειρία έχει δικαιώσει την γερμανική πραγματιστική άποψη και όχι τους οραματισμούς όσων ισχυρίζονται ότι πάντοτε και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες η ζήτηση δημιουργεί και την κατάλληλη προσφορά, δηλαδή τις προσδοκώμενες θέσεις εργασίας. Τις περισσότερες φορές η «τονωμένη ζήτηση» ή απλά δημιουργεί πληθωρισμό και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ή προσωρινές θέσεις εργασίας σε κλάδους-«φούσκες», που εξαφανίζονται μόλις επέλθει η κατάρρευση. Η Γερμανία, από την εμπειρία της, γνωρίζει πολύ καλά ότι η πολιτική του να διανέμεις εισοδήματα που η οικονομία δεν έχει δημιουργήσει με την ελπίδα ότι θα τα δημιουργήσει σε μία μεταγενέστερη φάση είναι μία οικονομική φιλοσοφία αδιέξοδη η οποία στην δεκαετία του 1990 κόντεψε να την οδηγήσει στην καταστροφή και την ίδια (με την εν μέρει αναγκαστική, αφειδή χρηματοδότηση της «επανένωσης»). Και εν πάση περιπτώσει, την στιγμή που δεν δανείζεται ούτε για να επενδύσει στην διάσωση των δικών της υποδομών που σχεδόν καταρρέουν, δεν έχει την παραμικρή διάθεση να χρηματοδοτήσει με επιβάρυνση των φορολογουμένων πολιτών της τα πειράματα εκείνων που αρνούνται να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα, πειράματα τα οποία, αν μη τι άλλο, μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει εντυπωσιακά. Είναι λοιπόν αυτή η συμπεριφορά παράλογη; Μάλλον όχι.  

Ακόμη και αν η Γερμανία αύξανε σημαντικά τις δημόσιες δαπάνες της, το αποτέλεσμα για την Ελλάδα δεν θα είχε καμία σχέση με την κοσμογονία που υποτίθεται ότι θα έφερνε μία αλλαγή συμπεριφοράς της Γερμανίας, (και γενικότερα του ευρωπαϊκού Βορρά), τέτοια τουλάχιστον που να μας κάνει για πολλοστή φορά να περιμένουμε την λύση να έρθει «από έξω», παρά το γεγονός ότι η πικρή εμπειρία έχει δεκάδες φορές δείξει ότι η λύση δεν έρχεται ποτέ από εκεί.  

Και όσον αφορά την Ελλάδα; Η υιοθέτηση μίας πολιτικής δημοσιονομικής επέκτασης από την Γερμανία δεν θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία, αυξάνοντας την ζήτηση για ελληνικά προϊόντα, όπως με τόση έμφαση τονίζουν συχνά διάφοροι εγχώριοι αναλυτές; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική: βεβαίως και θα είχε. Μόνο που θα έπρεπε να δούμε πόσα θα ήταν αυτά και σε τι βαθμό θα άλλαζαν την οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας.
Η Γερμανία, λοιπόν, εισάγει ετησίως εμπορεύματα και υπηρεσίας που πλησιάζουν το ένα τρισεκατομμύριο τριακόσια δισεκατομμύρια ευρώ. Σε αυτό το ποσό η Ελλάδα συμμετέχει με εξαγωγές δυόμιση δισεκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή καλύπτει ένα ποσοστό τους κοντά στο 2 τοις χιλίοις. Πόση θα πρέπει να είναι η δημοσιονομική επέκταση της Γερμανίας ώστε οι άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις τους να είναι σημαντικές για την ελληνική οικονομία; Έστω και αν η Γερμανία οδηγούσε τις δημόσιες δαπάνες της σε τεράστια ύψη, αυξάνοντας έτσι, για παράδειγμα, και τις εισαγωγές της κατά 20%, οι επιπτώσεις στην Ελλάδα, ακόμη και αν συνυπολογισθούν και έμμεσες θετικές επιδράσεις από την αύξηση του ΑΕΠ στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα ήταν οριακές. Δύσκολα θα έφθαναν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ αύξησης. Ποσό που δεν είναι καθόλου αμελητέο, αλλά το οποίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μεταβάλει την μοίρα της ελληνικής οικονομίας. Και σε κάθε περίπτωση δεν έχει καμία σχέση με την κοσμογονία που υποτίθεται ότι θα έφερνε μία αλλαγή συμπεριφοράς της Γερμανίας, (και γενικότερα του ευρωπαϊκού Βορρά), τέτοια τουλάχιστον που να μας κάνει για πολλοστή φορά να περιμένουμε την λύση να έρθει «από έξω», παρά το γεγονός ότι η πικρή εμπειρία έχει δεκάδες φορές δείξει ότι η λύση δεν έρχεται ποτέ από εκεί.  

Κώστας Λαπαβίτσας
Καθηγητής, SOAS, Πανεπιστήμιο Λονδίνου
Λονδίνο
Γιατί επιμένει η Γερμανία στη λογική των μνημονίων; Ένας λόγος έχει να κάνει με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και τα τραπεζικά συγκροτήματα στη Γερμανία, που έχουν πολύ μεγάλη ισχύ στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής της χώρας και επ’ ουδενί θέλουν να αλλάξει η στρατηγική της όσον αφορά την Ευρωζώνη, καθώς κερδίζουν από την επιβολή λιτότητας και τη μεταφορά του κόστους προσαρμογής σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τη Γερμανία, δηλαδή στην περιφέρεια ή -σταδιακά πλέον- σε άλλες χώρες του κέντρου. Ένας άλλος λόγος έχει να κάνει με την αντίληψη που επικρατεί στη Γερμανία ότι πρέπει κανείς να τηρεί τους νόμους, να ζει στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του, να μην ξεφεύγει και ότι αυτό είναι καλό από μόνο του.

Η Bundesbank ποτέ δεν δέχτηκε ότι ως κεντρική τράπεζα έχει την ευθύνη για τη διαμόρφωση και άλλων οικονομικών μετρο-δεικτών. Δεν υπάρχει δηλαδή η λογική που συναντά κανείς στη Fed, στις ΗΠΑ. Αυτή λοιπόν η πρακτική της Bundesbank αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα, ο οποίος έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και τις άλλες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες.

Την απόλυτη άρνηση της Γερμανίας σε οτιδήποτε συνιστά «τύπωμα» χρήματος είναι πιο δύσκολο να την εξηγήσει κανείς, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται στην ίδια λογική. Γνωρίζουμε ότι η Bundesbank είναι μία εξαιρετικά συντηρητική κεντρική τράπεζα. Η λογική της ήταν πάντα η λογική της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος που είναι ένα απλό μοντέλο μέσω του οποίου οι τιμές καθορίζονται από την ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία. Η Bundesbank λοιπόν ήταν πάντα αντίθετη σε αυτό και πάντα καθόριζε την πολιτική της με αυτόν τον γνώμονα. Ποτέ δεν δέχτηκε ότι ως κεντρική τράπεζα έχει την ευθύνη για τη διαμόρφωση και άλλων οικονομικών μετρο-δεικτών. Δεν υπάρχει δηλαδή η λογική που συναντά κανείς στη Fed, στις ΗΠΑ. Αυτή λοιπόν η πρακτική της Bundesbank αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα, ο οποίος έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και τις άλλες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες.
Δεν τίθεται ζήτημα συμφέροντος. Πρόκειται για ξεκάθαρη ιδεολογία. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο η Bundesbank αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στην οικονομία. Φοβάται το «τύπωμα» χρήματος γιατί θεωρεί ότι οδηγεί σε πληθωρισμό. Θεωρεί ότι είναι το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Θεωρεί ότι συνιστά χαλάρωση της πειθαρχίας που οδηγεί σε πληθωρισμό. Θεωρώ ότι αυτός είναι ένας λαθεμένος τρόπος να αναλύει κανείς το χρήμα στην καπιταλιστική  οικονομία. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει ιστορικό θεωρητικό υπόβαθρο για κάτι αντίστοιχο. Αναγνωρίζω όμως ότι αποτελεί μία πραγματικότητα στον τρόπο σκέψης της Γερμανίας. Επιπλέον, οφείλει να επισημάνει κανείς ότι η Γερμανία και η Bundesbank αρνούνται το «τύπωμα» χρήματος διότι το αντιλαμβάνονται ως έναν τρόπο ελάφρυνσης των υποχρεώσεων των χωρών της περιφέρειας και άλλων, οι οποίες -σύμφωνα με την οπτική της Γερμανίας- δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους. Εδώ υπάρχει δηλαδή μία διάσταση ηθικού κινδύνου, με βάση το σκεπτικό: «με το “τύπωμα” τους αφήνουμε να ξεγλιστρήσουν και να κάνουν τα ίδια».

Η Γερμανία και η Bundesbank αρνούνται το «τύπωμα» χρήματος διότι το αντιλαμβάνονται ως έναν τρόπο ελάφρυνσης των υποχρεώσεων των χωρών της περιφέρειας και άλλων, οι οποίες -σύμφωνα με την οπτική της Γερμανίας- δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους. Εδώ υπάρχει δηλαδή μία διάσταση ηθικού κινδύνου, με βάση το σκεπτικό: «με το “τύπωμα” τους αφήνουμε να ξεγλιστρήσουν και να κάνουν τα ίδια».

Η μη αύξηση των αποδοχών και της ζήτησης στο εσωτερικό της Γερμανίας, παρ’ όλα τα δημοσιονομικά της περιθώρια, συνιστά κατά τη γνώμη μου την κεντρική αδυναμία της Ευρωζώνης. Πρόκειται για την πηγή του προβλήματος, διότι αυτή η παράμετρος έχει φέρει παντελή ανισορροπία στις εμπορικές και γενικότερες σχέσεις, καθώς και στις κινήσεις του αρχικού κεφαλαίου στην Ευρωζώνη. Ο λόγος για τον οποίο επιμένει εδώ η Γερμανία είναι ευθύς αμέσως ο εξής: Η συγκεκριμένη επιλογή είναι απόρροια της κοινωνικής σύμβασης που προέκυψε στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και στην αρχή της δεκαετίας του 2000, οπότε και άλλαξαν χαρακτήρα οι τριμερείς διαπραγματεύσεις οι οποίες ιστορικά καθόρισαν το επίπεδο μισθών στη Γερμανία και μοίρασαν την άνοδο της παραγωγικότητας ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στην ουσία αποφάσισαν να δίνουν όλη την παραγωγικότητα στο κεφάλαιο, με την προοπτική να διασφαλίσουν τις θέσεις εργασίας, πράγμα που αποδέχτηκαν και τα συνδικάτα. Υπήρξε δηλαδή αυτή η κοινωνική σύμβαση υπό τον συντονισμό σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, η οποία έως σήμερα δεν έχει αλλάξει. Παραμένει σε ισχύ. Η σύμβαση αυτή, τα αποτελέσματα της οποίας δεν ήταν τότε ξεκάθαρα, δηλαδή δεν υπήρχε σχέδιο, είχε ως αποτέλεσμα να κρατηθούν τα εισοδήματα χαμηλά, αλλά όντως να υπάρξει και ένα είδος προστασίας της απασχόλησης (ή εν πάση περιπτώσει να κρατηθεί η απασχόληση σε υψηλά επίπεδα) με την ανάπτυξη που ακολούθησε. Σε εκείνο το σημείο ξεκίνησε η κοινωνική ισχύς της συγκεκριμένης επιλογής. Αυτή η κατάσταση διαμορφώθηκε επειδή η Γερμανία απόκτησε ένα τεράστιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το οποίο είχε ως αντανάκλαση την πολύ μεγάλη εξαγωγική της ισχύ. Για την ακρίβεια, ξαφνικά η Γερμανία, την τελευταία 10ετία, μετατράπηκε σε εξαγωγικό κολοσσό. Αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με την τεχνολογία, ούτε με την παραγωγικότητα. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι κρατήθηκαν οι μισθοί χαμηλά. Γι’ αυτόν τον λόγο η Γερμανία δεν δέχεται να ανεβάσει τους μισθούς. Τα ισχυρά συμφέροντα της χώρας λένε «“όχι”, να κρατήσουμε το ανταγωνιστικό μας  πλεονέκτημα». Μάλιστα, από τη δεξιά μεριά του πολιτικού φάσματος της χώρας, το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία εναντιώνεται στο ευρώ, με το σκεπτικό: «για να μείνουμε στο ευρώ, ίσως χρειαστεί να απαλείψουμε το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα, ανεβάζοντας τους μισθούς»!
Ως προς τη λογική της Γερμανίας γύρω από τις εξαγωγές, υπάρχει μία νοοτροπία σύμφωνα με την οποία αυτό που έκανε η Γερμανία μπορούν να το κάνουν και όλες οι άλλες χώρες. Εκείνοι όμως που διαμορφώνουν την εθνική της πολιτική, δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει, διότι σε ένα σύστημα ενός νομίσματος μόνο 2-3 χώρες μπορούν να έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αν κρατήσουν τους μισθούς χαμηλά. Αν το κάνουν όλοι, δεν υπάρχει πρακτικά η δυνατότητα να το αναπαράγουν και άλλες χώρες. Πρόκειται για μία αντίφαση. Αυτή η επιμονή όμως οφείλεται στο γεγονός ότι κυριαρχεί η αντίληψη, η ιδεολογία: «δεν μπορούμε να επωμιστούμε εμείς το κόστος για κάτι που εσείς κάνατε λάθος». Επικρατεί δηλαδή στον Γερμανό η αντίληψη ότι το λάθος το έχει κάνει ο Νότος, το έχει κάνει η Γαλλία, και άρα εκεί πρέπει να εναποτεθεί το κόστος της προσαρμογής.

Η μη αύξηση των αποδοχών και της ζήτησης στο εσωτερικό της Γερμανίας, παρ’ όλα τα δημοσιονομικά της περιθώρια, συνιστά κατά τη γνώμη μου την κεντρική αδυναμία της Ευρωζώνης. Πρόκειται για την πηγή του προβλήματος, διότι αυτή η παράμετρος έχει φέρει παντελή ανισορροπία στις εμπορικές και γενικότερες σχέσεις, καθώς και στις κινήσεις του αρχικού κεφαλαίου στην Ευρωζώνη.

Ειδικότερα, υπάρχει η αντίληψη ότι η λιτότητα είναι καλή και για την ίδια τη Γερμανία και ότι είναι καλή από μόνη της. Παρατηρεί κανείς μία «θρησκευτική» προσκόλληση στη λιτότητα. Γι’ αυτό άλλωστε οποιαδήποτε πολιτική ή προοπτική μείωσης του ελληνικού χρέους αναμφίβολα θα συναντήσει την εντονότατη αντίδραση του Γερμανού ψηφοφόρου, του γερμανικού λαού γενικότερα. Διότι λιτότητα αντιμετωπίζει και ο Γερμανός. Και δεν είναι λογικό, από τη μεριά του, να γίνονται περικοπές στην υγεία κ.ο.κ. για να χαριστούν λεφτά στον Έλληνα.
Υπάρχει η άποψη σύμφωνα με την οποία «η κεϋνσιανή οικονομική λογική παρερμηνεύεται, διότι επιτάσσει τόνωση της ζήτησης σε περίοδο ύφεσης αλλά και συγκράτηση στην περίοδο ανάπτυξης και υπό αυτήν την έννοια, εφόσον δεν συνέβη το τελευταίο, θα πρέπει τώρα η λιτότητα να εξαγνίσει την αμαρτία». Η κεϋνσιανή λογική απορρίπτει ακριβώς αυτήν την προσέγγιση, την οποία θεωρεί λαθεμένη οικονομικά.  Πράγματι, ο Κέυνς δεν υποστήριξε ποτέ ότι θα πρέπει να έχουμε εσαεί ανοίγματα και εσαεί να αδιαφορούμε για το έλλειμμα. Ο ίδιος προσωπικά ήταν πάρα πολύ συγκεκριμένος σε αυτά τα ζητήματα και όποτε χρειάστηκε να δώσει συμβουλές -είναι καταγεγραμμένα αυτά- ήταν ιδιαίτερα σκληρός σε πολλά πράγματα. Δηλαδή, όντως τα δημόσια οικονομικά πρέπει να μπουν σε τάξη, δεν είναι θέμα. Ωστόσο, ο περιορισμός των ελλειμμάτων χρειάζεται κατάλληλο χρονισμό, κατάλληλη αντίληψη του τρόπου με τον οποίο κινείται η οικονομία, κατάλληλο βαθμό έντασης και συνειδητοποίησης της πραγματικότητας ότι τα κράτη δεν είναι οικογένειες. Είναι λάθος να αντιμετωπίζει κανείς τα δημόσια οικονομικά σαν τα οικονομικά μιας οικογένειας, στη λογική «να τα συμμαζέψουμε και να μας βγει πλεόνασμα». Δεν γίνεται έτσι. Το κράτος δεν είναι οικογένεια.
Bookmark and Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ας είμαστε ευγενείς στο σχολιασμό.

Recent Posts

free counters