Τη μορφή άτυπου διπλωματικού αλλά και εμπορικού πολέμου έχει πάρει πλέον η διαμάχη Κίνας και Ιαπωνίας. Και μπορεί να φαίνεται λίαν απίθανο η κατάσταση να κλιμακωθεί έως το επίπεδο του πραγματικού πολέμου, όμως η αλήθεια είναι ότι καμία πλευρά ούτε θέλει, ούτε έχει σκοπό να υποχωρήσει εύκολα, δεδομένων των συμφερόντων που διακυβεύονται.
Έτσι, ακόμη και αν η σημερινή κρίση καταλαγιάσει, οι πληγές που θα αφήσει πίσω της δύσκολα θα επουλωθούν, αναμένοντας την επόμενη αφορμή για να αρχίσουν και πάλι να αιμορραγούν.
Η διένεξη για την κυριαρχία του ελεγχόμενου από τους Ιάπωνες μικρού νησιωτικού συμπλέγματος, που οι Ιάπωνες αποκαλούν Σενκάκου και οι Κινέζοι Ντιαογιού, μετρά δεκαετίες. Όμως, τα τελευταία χρόνια έχει αναζωπυρωθεί για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ενίσχυση του κύρους και της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Κίνας, που πλέον αντιλαμβάνεται το θέμα σαν αγκάθι στη προσπάθεια της να επιβεβαιώσει το ρόλο της ως περιφερειακή δύναμη, ειδικά απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο με τον οποίο υπάρχει ιστορική αντιπαλότητα. Άλλωστε, η κινεζική κοινωνία συνεχίζει να φέρει μια παραδοσιακή καχυποψία, αν όχι έχθρα, έναντι της ιαπωνικής, λόγω της πολύχρονης ιαπωνικής κατοχής που έληξε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Και αυτό φάνηκε καθαρά με τις εντυπωσιακές αντι-ιαπωνικές διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών, που μπορεί να είχαν μεν την στήριξη των αρχών, αλλά βασίζονταν στο πραγματικό λαϊκό αίσθημα.
Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά πρακτικός και έχει να κάνει με την οικονομική αξία της περιοχής, τη στρατηγική της θέση για τη παγκόσμια ναυσιπλοϊα, τα πλούσια αλιεύματα που κρύβουν τα νερά της, και τα ακόμη πιο επικερδή αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Διότι μπορεί να μην υπάρχουν ακριβή και αναλυτικά στοιχεία, όμως οι εκτιμήσεις που υπάρχουν, κάνουν λόγο για τεράστια ενεργειακά αποθέματα, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό για δύο αμιγώς βιομηχανικές χώρες, όπως η Ιαπωνία και κυρίως η Κίνα, που για την ώρα καλύπτουν τις τεράστιες ενεργειακές τους ανάγκες κυρίως μέσω εισαγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ιάπωνες κατηγορούν τους Κινέζους ότι …θυμήθηκαν να αμφισβητήσουν τον ιαπωνικό έλεγχο επί των νησιών, όταν άρχισαν και οι πρώτες έρευνες για πετρέλαιο.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή κρίση που πυροδοτήθηκε από την ανακοίνωση ότι το Τόκιο αγόρασε τα τρία από τα οκτώ νησιά, που βρίσκονταν υπό ιδιωτική ιδιοκτησία, επιβεβαιώνοντας έτσι τον έλεγχο του επί του συμπλέγματος, αποτελεί μια άκρως ανησυχητική προειδοποίηση για το τι θα σημάνει για τη παγκόσμια κοινότητα η σύγκρουση μεταξύ των δύο ασιατικών γιγάντων. Διότι δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε μια στρατιωτική σύγκρουση, για να αισθανθούμε όλοι μας τις παρενέργειες, σε πολιτικό, γεωστρατηγικό, και βέβαια οικονομικό και εμπορικό επίπεδο.
Η Κίνα είναι η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη, με τα φόντα να κατακτήσει ακόμη και τη πρωτιά μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια. Η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη. Και το διμερές τους εμπόριο φτάνει το αστρονομικό ποσό των 345 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2011, η Κίνα αποτελεί τη κυριότερη αγορά για τους Ιάπωνες εξαγωγείς, ενώ η Ιαπωνία είναι η τέταρτη κυριότερη αγορά για τα κινεζικά προϊόντα.
Οι εμπορικές τους σχέσεις διέρχονται σήμερα το χειρότερο τους σημείο εδώ και χρόνια. Πολλές ιαπωνικές βιομηχανίες που λειτουργούσαν στη Κίνα (όπως αυτοκινητοβιομηχανίες) ανακοίνωσαν την έστω και προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους, όπως και αλυσίδες λιανικής, καταστήματα ακόμη και εστιατόρια ιαπωνικής κουζίνας. Αντιστοίχως, οι κινεζικές επιχειρήσεις ακύρωσαν παραγγελίες και διέκοψαν συναλλαγές με τη γείτονα χώρα. Και βέβαια εκατοντάδες αεροπορικές πτήσεις ακυρώθηκαν, καθώς οι ακυρώσεις στις κρατήσεις θέσεων έφτασαν έως το Νοέμβριο!
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ιδανικά η κατάσταση θα αρχίσει να εξομαλύνεται τις επόμενες ημέρες –γεγονός που για την ώρα δεν είναι ακόμη ορατό- είναι προφανές ότι θα χρειαστεί πολύς καιρός για να επανέλθουν οι εμπορικές και διπλωματικές τους σχέσεις στο σημείο που βρίσκονταν, αν βέβαια το καταφέρουν, δεδομένης της αναζωπύρωσης του εθνικισμού και της πηγαίας αντιπαλότητας των λαών τους. Ήδη σε κάποιες δημοφιλείς ιστοσελίδες, οι οποίες πρωτοστάτησαν στην οργάνωση των αντι-ιαπωνικών εκδηλώσεων –η κυριότερη κινεζική μηχανή αναζήτησης, η baidu, έβαλε ένα σκίτσο του νησιού με μια κινεζική σημαία στο logo της, ενώ η dangdang.com μοίρασε ένα εκατομμύριο(!) σημαίες δωρεάν- υπάρχουν εκκλήσεις για συνολικό εμπάργκο κατά των ιαπωνικών προϊόντων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο οίκος Fitch ήδη προειδοποίησε ότι οι μεγάλες ιαπωνικές εξαγωγικές εταιρείες, όπως αυτοκινητοβιομηχανίες και τεχνολογικές εταιρείες, κινδυνεύουν με υποβάθμιση, λόγω της αναπόφευκτης κάμψης των οικονομικών τους επιδόσεων εξαιτίας της διατάραξης των πωλήσεων τους στη Κίνα.
Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διένεξη αυτή, και οι όποιες συνέπειες της, έρχονται στο χειρότερο δυνατό χρονικό σημείο για τη παγκόσμια οικονομία, όπου η δυνατότητα σταθεροποίησης της δοκιμάζεται λόγω των κλυδωνισμών που προκαλεί η συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή κρίση και η πίεση που ασκεί σε όλες τις μεγάλες αγορές, και βέβαια τις εν λόγω οικονομίες της Κίνας και της Ιαπωνίας.
Έτσι, ακόμη και αν η σημερινή κρίση καταλαγιάσει, οι πληγές που θα αφήσει πίσω της δύσκολα θα επουλωθούν, αναμένοντας την επόμενη αφορμή για να αρχίσουν και πάλι να αιμορραγούν.
Η διένεξη για την κυριαρχία του ελεγχόμενου από τους Ιάπωνες μικρού νησιωτικού συμπλέγματος, που οι Ιάπωνες αποκαλούν Σενκάκου και οι Κινέζοι Ντιαογιού, μετρά δεκαετίες. Όμως, τα τελευταία χρόνια έχει αναζωπυρωθεί για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ενίσχυση του κύρους και της πολιτικής και οικονομικής δύναμης της Κίνας, που πλέον αντιλαμβάνεται το θέμα σαν αγκάθι στη προσπάθεια της να επιβεβαιώσει το ρόλο της ως περιφερειακή δύναμη, ειδικά απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο με τον οποίο υπάρχει ιστορική αντιπαλότητα. Άλλωστε, η κινεζική κοινωνία συνεχίζει να φέρει μια παραδοσιακή καχυποψία, αν όχι έχθρα, έναντι της ιαπωνικής, λόγω της πολύχρονης ιαπωνικής κατοχής που έληξε με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Και αυτό φάνηκε καθαρά με τις εντυπωσιακές αντι-ιαπωνικές διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών, που μπορεί να είχαν μεν την στήριξη των αρχών, αλλά βασίζονταν στο πραγματικό λαϊκό αίσθημα.
Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά πρακτικός και έχει να κάνει με την οικονομική αξία της περιοχής, τη στρατηγική της θέση για τη παγκόσμια ναυσιπλοϊα, τα πλούσια αλιεύματα που κρύβουν τα νερά της, και τα ακόμη πιο επικερδή αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Διότι μπορεί να μην υπάρχουν ακριβή και αναλυτικά στοιχεία, όμως οι εκτιμήσεις που υπάρχουν, κάνουν λόγο για τεράστια ενεργειακά αποθέματα, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό για δύο αμιγώς βιομηχανικές χώρες, όπως η Ιαπωνία και κυρίως η Κίνα, που για την ώρα καλύπτουν τις τεράστιες ενεργειακές τους ανάγκες κυρίως μέσω εισαγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ιάπωνες κατηγορούν τους Κινέζους ότι …θυμήθηκαν να αμφισβητήσουν τον ιαπωνικό έλεγχο επί των νησιών, όταν άρχισαν και οι πρώτες έρευνες για πετρέλαιο.
Σε κάθε περίπτωση, η σημερινή κρίση που πυροδοτήθηκε από την ανακοίνωση ότι το Τόκιο αγόρασε τα τρία από τα οκτώ νησιά, που βρίσκονταν υπό ιδιωτική ιδιοκτησία, επιβεβαιώνοντας έτσι τον έλεγχο του επί του συμπλέγματος, αποτελεί μια άκρως ανησυχητική προειδοποίηση για το τι θα σημάνει για τη παγκόσμια κοινότητα η σύγκρουση μεταξύ των δύο ασιατικών γιγάντων. Διότι δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε μια στρατιωτική σύγκρουση, για να αισθανθούμε όλοι μας τις παρενέργειες, σε πολιτικό, γεωστρατηγικό, και βέβαια οικονομικό και εμπορικό επίπεδο.
Η Κίνα είναι η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη, με τα φόντα να κατακτήσει ακόμη και τη πρωτιά μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια. Η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη. Και το διμερές τους εμπόριο φτάνει το αστρονομικό ποσό των 345 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2011, η Κίνα αποτελεί τη κυριότερη αγορά για τους Ιάπωνες εξαγωγείς, ενώ η Ιαπωνία είναι η τέταρτη κυριότερη αγορά για τα κινεζικά προϊόντα.
Οι εμπορικές τους σχέσεις διέρχονται σήμερα το χειρότερο τους σημείο εδώ και χρόνια. Πολλές ιαπωνικές βιομηχανίες που λειτουργούσαν στη Κίνα (όπως αυτοκινητοβιομηχανίες) ανακοίνωσαν την έστω και προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους, όπως και αλυσίδες λιανικής, καταστήματα ακόμη και εστιατόρια ιαπωνικής κουζίνας. Αντιστοίχως, οι κινεζικές επιχειρήσεις ακύρωσαν παραγγελίες και διέκοψαν συναλλαγές με τη γείτονα χώρα. Και βέβαια εκατοντάδες αεροπορικές πτήσεις ακυρώθηκαν, καθώς οι ακυρώσεις στις κρατήσεις θέσεων έφτασαν έως το Νοέμβριο!
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ιδανικά η κατάσταση θα αρχίσει να εξομαλύνεται τις επόμενες ημέρες –γεγονός που για την ώρα δεν είναι ακόμη ορατό- είναι προφανές ότι θα χρειαστεί πολύς καιρός για να επανέλθουν οι εμπορικές και διπλωματικές τους σχέσεις στο σημείο που βρίσκονταν, αν βέβαια το καταφέρουν, δεδομένης της αναζωπύρωσης του εθνικισμού και της πηγαίας αντιπαλότητας των λαών τους. Ήδη σε κάποιες δημοφιλείς ιστοσελίδες, οι οποίες πρωτοστάτησαν στην οργάνωση των αντι-ιαπωνικών εκδηλώσεων –η κυριότερη κινεζική μηχανή αναζήτησης, η baidu, έβαλε ένα σκίτσο του νησιού με μια κινεζική σημαία στο logo της, ενώ η dangdang.com μοίρασε ένα εκατομμύριο(!) σημαίες δωρεάν- υπάρχουν εκκλήσεις για συνολικό εμπάργκο κατά των ιαπωνικών προϊόντων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο οίκος Fitch ήδη προειδοποίησε ότι οι μεγάλες ιαπωνικές εξαγωγικές εταιρείες, όπως αυτοκινητοβιομηχανίες και τεχνολογικές εταιρείες, κινδυνεύουν με υποβάθμιση, λόγω της αναπόφευκτης κάμψης των οικονομικών τους επιδόσεων εξαιτίας της διατάραξης των πωλήσεων τους στη Κίνα.
Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διένεξη αυτή, και οι όποιες συνέπειες της, έρχονται στο χειρότερο δυνατό χρονικό σημείο για τη παγκόσμια οικονομία, όπου η δυνατότητα σταθεροποίησης της δοκιμάζεται λόγω των κλυδωνισμών που προκαλεί η συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή κρίση και η πίεση που ασκεί σε όλες τις μεγάλες αγορές, και βέβαια τις εν λόγω οικονομίες της Κίνας και της Ιαπωνίας.
Μαριλίζ Φασουλοπούλου






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Ας είμαστε ευγενείς στο σχολιασμό.