Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Ετιέν Μπαλιμπάρ: Να υποστηρίξουμε αυτό που γίνεται στην Ελλάδα

Wikimedia Commons/LPLT
Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ (φωτ. αρχείου) υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να ξαναδημιουργήσει την πολιτική μέσα από την κρίση.


«Τεράστια ελπίδα και παράδειγμα για την Ευρώπη» χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ένας από τους γνωστότερους φιλοσόφους αλλά και πολιτικός αγωνιστής της Γαλλίας.
Μιλώντας χθες το βράδυ στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, ο Γάλλος στοχαστής και ακαδημαϊκός κατηγόρησε τους θεσμούς ότι θέλουν να οδηγήσουν σε αποτυχία την «ελληνική απόπειρα δημοκρατίας» και σε συνθηκολόγηση τον ΣΥΡΙΖΑ, και να το κάνουν γρήγορα, για να μη γίνει παράδειγμα για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ιδίως για τους Ισπανούς. Όπως είπε, η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στο ότι υπερασπίζεται το έθνος, χωρίς να υιοθετεί αντιευρωπαϊκές ή ξενοφοβικές θέσεις.
Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υπογράμμισε ακόμη την ανάγκη η Ευρώπη να ξαναδημιουργήσει την πολιτική μέσα από την κρίση. «Ας μην "μασήσουμε" τις κριτικές μας και τις συζητήσεις μας, να υποστηρίξουμε όμως αυτό που γίνεται στην Ελλάδα» τόνισε, κρίνοντας «δύσκολη, σε καμιά περίπτωση όμως απελπιστική» την κατάσταση της χώρας μας.
Αναφερόμενος στο «ηθικό επιχείρημα» που επιβάλλει στους 'Ελληνες να πληρώσουν τα χρέη τους, ο ίδιος κατήγγειλε την υποκρισία των Ευρωπαίων ηγετών που δεν λένε κουβέντα για το τεράστιο σκάνδαλο φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής στην Ευρώπη, αλλά και για τον τρόπο δημιουργίας του χρέους μέσω της διαφθοράς της ελληνικής ελίτ.
Αναφερόμενος στο θέμα του ευρώ -αφού σημείωσε «δεν λέω μην φεύγετε από το ευρώ»- επεσήμανε ότι η προοπτική μιας χώρας εξαρτάται από την ανάπτυξη και από τις σχέσεις της με τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Από την άλλη αμφισβήτησε την άποψη του περιβάλλοντος Σόιμπλε ότι έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα για να αποφευχθεί μια κρίση λόγω Grexit, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου σίγουρο. Η Ευρώπη δεν έκανε τίποτα για να ρυθμίσει την χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία και παραμένει επομένως σήμερα σε επικίνδυνο σημείο, που προσπαθεί να αποφύγει μετακυλίοντας το βάρος στην Ελλάδα, υποστήριξε.
Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ στάθηκε στο φαινόμενο της "επιστροφής" του λαού, ως σημαίνοντος και ως πολιτικής ισχύος στο πολιτικό πεδίο, στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική, κάτι που, όπως είπε, ούτε οι νεοφιλελεύθεροι δεν μπορούν να αρνηθούν. Γι' αυτό, οι κυρίαρχες ελίτ, επιτίθενται σε κάθε μορφή λαϊκής κυριαρχίας κατηγορώντας την ως «λαϊκιστική», παρατήρησε. «Οι ευρωπαϊκές ελίτ επιχειρούν να δαιμονοποιήσουν τον λαϊκισμό, για να ενοχοποιήσουν τις λαϊκές διεκδικήσεις, τις κριτικές στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Το αβυσαλλέο χάσμα των ελίτ και του λαού οδηγεί στην επανεμφάνιση των διεκδικήσεων για ισότητα και δικαιοσύνη», ανέφερε.
Τόνισε τέλος ότι είναι τελείως διαφορετικό πράγμα ο «λαϊκισμός» της αριστεράς και τελείως διαφορετικό ο «λαϊκισμός» της άκρας δεξιάς, που θέλει να αντικαταστήσει μια ολιγαρχία με μια άλλη και μια διαφθορά με μια άλλη.
Πηγή: ΑΜΠΕ, http://www.naftemporiki.gr/
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Διαφωτισμός: η τελευταία θρησκοληψία (must read!)

Μια παρέα ξένων, κάπου στο Ρέθυμνο, αναζητούν μια διεύθυνση χαμένοι κάπου στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης. Σταματούν αιφνιδιαστικά μιαν ήσυχη γυναίκα και τη ρωτούν: «από δώ καλά πάμε;». «Μα πού θέλετε να πάτε;», τους ρωτά εκείνη με τη σειρά της. Οι επισκέπτες κοιτιούνται μεταξύ τους απορημένοι, ώσπου κάποιος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να της εξηγήσει ό,τι δεν ξέρουν που θέλουν να πάνε. Και η γυναίκα ολοκληρώνει την απάντηση της με το διπλό (υπαινικτικό) μήνυμα: «...Ε δεν πάτε καλά!».

Ίσως το παραπάνω παιχνιδιάρικο μότο που χρησιμοποιούμε για εισαγωγή σε τούτο το άρθρο, να μοιάζει κάπως παράταιρο ή και άσχετο με το κατ’ εξοχήν Λογικό θέμα που επιχειρούμε να πραγματευτούμε. Αλλά είναι όντως έτσι;

Αυτό που εννοούμε συνήθως όταν μιλάμε για τον «Διαφωτισμό» δεν γίνεται αντιληπτό από όλους με τον ίδιο τρόπο. Όμως, αν ήταν να δώσουμε έναν γενικό ορισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ό,τι πρόκειται για μια πνευματική κίνηση που έχει τις ρίζες της κάπου στον 18ο αιώνα και οδήγησε σε μια ριζική αλλαγή του τρόπου που οι άνθρωποι στον Δυτικό κόσμο, (Δυτική Ευρώπη και Βόρεια Αμερική) κατανοούν τον ρόλο, τη σημασία αλλά και το περιεχόμενο της Λογικής.

Πιο απλά, ο Ορθός Λόγος κατέλαβε μια (την) υψηλότερη θέση στο αξιακό σύστημα της δυτικής κοσμοαντίληψης, αντικαθιστώντας (και καταδικάζοντας) την πίστη ως βάση για την κατανόηση της πραγματικότητας. ‘Ισως δεν υπάρχει καλύτερος ορισμός απ’ αυτόν που δίνει ο ίδιος Immanuel Kant (1784) στο δοκίμιο του «Τι είναι Διαφωτισμός». «Ο Διαφωτισμός, λέει, είναι η ανάδυση του ανθρώπου από την ανωριμότητα. Όπου, ανωριμότητα είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιήσει την ατομική του κατανόηση δίχως την καθοδήγηση κάποιου άλλου».

Για τον Kant, Διαφωτισμός είναι η ικανότητα και το θάρρος να σκέφτεται κανείς για τον εαυτό του, αντιστεκόμενος στην παράδοση, στις συμβατικές συνήθειες και στις αυθεντίες ως πηγές της σοφίας και της γνώσης. Ποιός θα μπορούσε, σήμερα, να έχει αντίρρηση; Θάνατος στα στερεότυπα και στις αυθεντίες, θα ήταν το σύνθημα!
Στην ιδρυτική θέσμιση του Διαφωτισμού, ενυπάρχει η αντίληψη ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι κατανοητή από την ανθρώπινη διάνοια, ακριβώς επειδή το άτομο είναι επαρκώς διανοητικά εξοπλισμένο, ώστε να κρίνει και να αποφασίζει τα του εαυτού του...Τα του «εαυτό της», θα μας προκύψει λίγο αργότερα.

Ο ατομικισμός που υφέρπει αφετηριακά είναι εμφανής. Και προφανώς, οι ιστορικές ρίζες του βρίσκονται στις θρησκευτικές συγκρούσεις του 17ου αιώνα, στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται το προταγματικό αίτημα να καθοδηγείται η ζωή ενός ατόμου όχι από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά από τη συνείδηση του και μόνον. Έτσι, από τη μια το αιτούμενο της ανοχής και από την άλλη οι νέες μισαλλόδοξες θρησκευτικές ομάδες, αλλά και τα έργα του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και άλλων, απελευθέρωσαν την κοινωνική ενέργεια που άναψε τον λαμπτήρα του Διαφωτισμού.

Όσο κι αν κάποιοι αμφισβητούν τις θρησκευτικές ρίζες του Διαφωτισμού, παραμένει γεγονός η γενεσιουργός σχέση του με τις θρησκευτικές διαμάχες και κυρίως τον Προτεσταντισμό. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για μια σχέση ανάλογη με αυτήν ενός επαναστατημένου εφήβου με τον πατέρα του. Ότι κι αν αλλάξει ο έφηβος, δεν θα αλλάξει ποτέ το γεγονός ότι «το παιδί θα είναι πάντα παιδί του πατέρα του!»

Και όπως κάθε Διαμαρτυρόμενος έφηβος, ο Διαφωτισμός, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του μέχρι και σήμερα, κατατρέχεται από μια «κατάρα»-τάση στρέβλωσης και υποστροφής του σε αυτά ακριβώς τα οποία ο ίδιος ριζοσπαστικά απέρριπτε.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι από το ξημέρωμα της εποχής των Φώτων ο Edmunt Burke (πατέρας του σύγχρονου Συντηρητισμού), κατήγγειλε τον Διαφωτισμό ως την «υπερβολική αυτοπεποίθηση-Ύβρη που οδήγησε στη φρίκη και στον τρόμο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης».

Φαίνεται δηλαδή, εξ΄αρχής, ότι ο Ορθός Λόγος δεν είναι -από μόνος του- μια αξιόπιστη βάση για την ηθική δράση και διαστρέφεται εύκολα. Με άλλα λόγια, από τον εύκολο εξορθολογισμό των πάντων ως την γκιλοτίνα, ένα τσιγάρο δρόμος!

Άρα, μήπως στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων, ο Διαφωτισμός έχει βάλει το χέρι του σε κάθε ολέθρια στιγμή της ανθρώπινης Ιστορίας; Μήπως πρέπει κάποια στιγμή να δικαστεί ως διαφθορέας του ανθρώπινου Ήθους; Μήπως είναι ο προάγγελος του ακραίου εγωκεντρικού ατομικισμού; Μήπως είναι ο κλέφτης του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης; Μήπως είναι ο υπεύθυνος του σύγχρονου μηδενισμού; Μήπως, εν τέλει, ο Διαφωτισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μορφή πολιτισμικού ιμπεριαλισμού;

Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να ακούγονται κάπως περίεργα, ίσως και παράλογα. Δεν είναι άλλωστε παράλογο να ασκούμε κριτική στη Λογική;

Είναι πράγματι δύσκολο να σκεφτούμε για «τον τρόπο που σκεφτόμαστε», γιατί «ο πολιτισμός, ο τρόπος που ιεραρχούμε τις ανάγκες του βίου, είναι ένα ποτάμι που δεν μπορεί κανείς να βγει έξω και να αποφασίσει μετά αν του αρέσει ο τρόπος που κυλάει».

Είναι όμως ενδιαφέρον ό,τι παρόμοιες απόψεις με αυτές του συντηρητικού Edmunt Burke, έχουν εκφράσει και οι νεο-μαρξιστές της λεγόμενης «Σχολής της Φρανκφούρτης», αλλά και μεταμοντερνιστές όπως ο Μισέλ Φουκώ. Αν και έχουν ελάχιστα κοινά, όλοι μοιράζονται την άποψη ότι η βάση του Διαφωτισμού είναι θεμελιωδώς λανθασμένη. Για παράδειγμα, ο Αντόρνο και ο Χορκχάϊμερ, οι ιδρυτές της Σχολής της Φρανκφούρτης, είδαν μια «διαλεκτική» αντίφαση ακριβώς στον πυρήνα της σκέψης του Διαφωτισμού.

Από την άλλη οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο Διαφωτισμός, εξ΄ αιτίας της ικανότητας που μας προσέδωσε να κατανοήσουμε αλλά και να χειραγωγήσουμε τον Κόσμο, μας προσέφερε αφθονία αγαθών πρωτοφανή για τα δεδομένα της ανθρώπινης ιστορίας. Ωστόσο, δεν κατάφερε να μας εφοδιάσει με μιαν ηθική αντίληψη που θα βοηθούσε να αποφύγουμε τη βαρβαρότητα. Όπως δηλώνει σε μια προφητική του φράση o Hume «ο Ορθός Λόγος παρέμεινε σκλάβος των παθών», ενώ για τον Αντόρνο και τον Χορκχάϊμερ, «αυτή η σκλαβιά έγινε ακόμη πιο ανησυχητική μετά την αναγνώριση των φροϋδικών αντιλήψεων σχετικά με το παράλογο και τη μοχθηρία των βαθύτερων κινήτρων μας». Αν, δηλαδή, για τον Burke η «ύβρις του Ορθού Λόγου» οδήγησε στην γκιλοτίνα, για τον Adorno, οδήγησε στο Άουσβιτς και στους θαλάμους αερίων.

Με άλλα λόγια, η «ανθρωπιά» δεν είναι παιδί του Ορθού Λόγου και ο Ορθός Λόγος από μόνος του, δεν έκανε τελικά, μάλλον, τίποτα περισσότερο παρά να εξορθολογίζει και να δικαιολογεί την ίδια την έκπτωση του.

Το πρόβλημα, μάλλον είναι ό,τι από τη στιγμή που αφαιρούμε όλα τα ιδιαίτερα ταυτοτικά, πολιτισμικά, χαρακτηριστικά ενός ατόμου –όπως προϋποθετικά απαιτεί ο Διαφωτιστικός ατομικισμός-  αυτό που μας απομένει δεν ένας ουδέτερος και αντικειμενικός παρατηρητής, αλλά ένα μη-άτομο. Ένα πουκάμισο αδειανό στην εκπτωτική προθήκη του πολυκαταστήματος!

Να γιατί το Ήθος μετατρέπεται σε Ηθική για να εκπέσει τελικά σε μια καταναλωτική επιταγή.  Κάπως έτσι, μόνο ένα είδος κοινωνίας, μόνο ένα είδος πολιτισμού, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ιδανικό, και όλοι οι άλλοι είναι αυτομάτως υποχρεωμένοι να κριθούν με κριτήριο αυτό το «ιδανικό». Η συνέπεια αυτής της σκέψης ήταν η ενδυνάμωση του δυτικού ιμπεριαλισμού ώστε να συνεχίσει την καταπιεστική και καταστροφική δράση του, εξωραϊσμένη από την φαινομενικά φιλελεύθερη ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων. Η σταυροφορική δυτική αποικοκρατία βρήκε το νέο άλλοθι της!  Αυτή η «δημοκρατία» και αυτά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», έδωσαν στον Δυτικό κόσμο -εν λευκώ- το δικαίωμα να τσαλαπατήσει τις παραδόσεις, τα έθιμα και τους πολιτικούς θεσμούς κάθε συλλογικότητας που εθεωρείτο ότι δεν ζούσε με βάση τα δυτικά πρότυπα. Όποιος δεν είναι στο δικό μας φως, είναι στο σκοτάδι ή όπως το είχε θέσει ο Μπους Β’ ο  Μικρός «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας»!
Κάπως έτσι η Λογική αναγορεύτηκε σε νέα θρησκεία, με τα επιστημονικά ιερατεία της, τα καταναλωτικά σύμβολα και τα τεχνολογικά εξαπτέρυγα της. Αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και το κύκλιο εορτολόγιο των χριστιανών Αγίων, υποκαταστάθηκε από το «εορτολόγιο των Δικαιωμάτων» - κάθε ημέρα αφιερωμένη στα δικαιώματα κάποιας επιμέρους κοινωνικής ομάδας/κατηγορίας- μπορεί να αντιληφθεί πόσο θρησκειοποιήθηκε η Λογική των Δικαιωμάτων!

Αλλά το πιο σοβαρό στοιχείο μιας κριτικής στον Διαφωτισμό είναι ό,τι αφορά στην διαμόρφωση του ανθρωπολογικού τύπου που αυτός ο «πολιτισμός» εξέθρεψε, αλλά και επί του οποίου επίσης εδράζεται. Τον άνθρωπο τον οποίο αναπαράγει και χάρις στον οποίο αναπαράγεται. Πρόκειται για τον «άνθρωπο σκιά» ή καλύτερα βίαιο-σκιά!

Αποκορύφωμα αυτού του ανθρωπολογικού τύπου είναι οι πολίτες της Δύσης που έσπευσαν να καταταγούν στις δυνάμεις του «ISIS» ή οι ομόδοξοι τους υπεύθυνοι για την δολοφονία των δημοσιογράφων στο Γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo.Το προπύργιο των ιδεών του Διαφωτισμού και μάλιστα η πιο προωθημένη εκδοχή του –η σάτιρα ενάντια στη θρησκεία- γίνεται ο στόχος της ανθρωπολογικής υποστροφής που παρήγαγε ο ίδιος ο Διαφωτισμός εξ’ αιτίας του συστατικού του αξιακού ελλείμματος. Ζόρικο πράγμα η ετερογονία των σκοπών! Κι ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις» έχει τη μήτρα της στην κατ’ εξοχήν χώρα του Διαφωτισμού. Όπως τυχαίο δεν είναι και ότι οι εν λόγω απεχθείς δολοφονίες συνέβησαν και αυτές εκεί!

Ποιά είναι όμως η ψυχολογία αυτού του βίαιου εξτρεμισμού και πως συναρτάται με τις θεμελιώδεις αρχές/ελλείμματα του Διαφωτισμού; Μια πρόσφατη έρευνα της Βρετανικής Ψυχολογικής Κοινότητας (British Psychological Association  ) παρέχει μια σύντομη επισκόπηση της ψυχολογικής διεργασίας και των θεωριών που εξηγούν το δέλεαρ του εξτρεμισμού και κατά την άποψη μας την ισχυρή διασύνδεση με τις θεμελιακές αρχές του Διαφωτισμού.

Η ανάγκη του Ανήκειν

Σύμφωνα με τον Randy Borum (2014), συγγραφέα στο επιστημονικό περιοδικό «Behavioural Sciences and the Law», η βασική ψυχολογική ευαλωτότητα αυτών που οδηγούνται προς τον εξτρεμισμό, σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τους να νιώθουν ότι ανήκουν κάπου. «Σε ριζοσπαστικά κινήματα και εξτρεμιστικές ομάδες, πολλοί υποψήφιοι τρομοκράτες δεν βρίσκουν μόνο νόημα αλλά και μια αίσθηση του «ανήκειν», σύνδεσης με όμοιους ανθρώπους και ασφάλειας». Με άλλα λόγια είναι η βαθύτερη ανθρώπινη αβεβαιότητα, είναι το «κενό», που καλύπτεται-κουκουλώνεται με τις εξτρεμιστικές ομάδες και τις ιδεολογίες τους.
Αλλά, ποιός οικοδομεί το «κενό»; Είναι η αίσθηση του «ανήκειν» στις θεμελιώδεις προτεραιότητες του Διαφωτισμού ή μήπως –αντιθέτως- συστατική του προϋπόθεση είναι το μεμονωμένο αδιαφοροποίητο άτομο;

Το προφίλ του βίαιου εξτρεμιστή

Το 2006 ο Edwin Bakker δημοσίευσε μια ανασκόπηση εκατοντάδων τζιχάντ τρομοκρατών στην Ευρώπη, που βασιζόταν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και σε νομικές εκθέσεις. Από τα 242 άτομα που εντοπίστηκαν από τον Bakker, οι περισσότεροι βρίσκονταν στο τέλος της εφηβείας τους ή ήταν κοντά στα τριάντα και μόλις πέντε εξ αυτών ήταν γυναίκες. Σύμφωνα με τον Silke (2008) , οι περισσότεροι ισλαμιστές εξτρεμιστές προέρχονται επίσης από την ανώτερη ή μεσαία τάξη και τείνουν να είναι καλά μορφωμένοι.

Πρόκειται δηλαδή για νέους, μορφωμένους, άνδρες, αστικής ή μεσοαστικής καταγωγής. Δηλαδή, το target group που δέχεται τις εντονότερες Διαφωτιστικές επιδράσεις ή όχι;

Η «Ομάδα Πόλωσης»

Ο εξτρεμισμός τροφοδοτείται αρχικά από μία ομαδική διεργασία, γνωστή και ως «Ομάδα Πόλωσης». Πολλοί άνθρωποι εισάγονται αρχικά σε εξτρεμιστικές ιδεολογίες μέσω κλειστών συστημάτων. Μέσα σε αυτές τις μικρές ομάδες, εμφανίζεται συχνά ένα κλασικό ψυχολογικό φαινόμενο γνωστό ως «ομάδα πόλωσης ». Πρόκειται για μία τάση των ομάδων να οδηγούνται σε πιο ακραίες θέσεις, από ό,τι θα είχαν κάνει οποιαδήποτε μεμονωμένα μέλη από μόνα τους.

Είχαν λοιπόν άδικο οι κριτικοί προς τον Διαφωτισμό στοχαστές, που υποστήριζαν ό,τι η ιδέα του ατόμου που χρησιμοποιεί τον Ορθό Λόγο στην αναζήτηση της αλήθειας με τη βοήθεια άλλων ομοϊδεατών του, είναι προβληματική;

Περιθωριοποίησαη και αντίληψη της Αδικίας

Πολλοί επίδοξοι, βίαιοι εξτρεμιστές έχουν παράπονα για το κράτος που ζουν, μερικές φορές βιώνουν μια αίσθηση ταπείνωσης (είτε προσωπικά είτε για λογαριασμό της ομάδας που ανήκουν) και βιώνουν μια έντονη επιθυμία για εκδίκηση. Παράλληλα, αισθάνονται ότι οι ανάγκες και τα συμφέροντά τους δεν αναγνωρίζονται από την ευρύτερη κοινότητα. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις δυτικές χώρες, ο μουσουλμανικός πληθυσμός εκπροσωπείται ελάχιστα στα κέντρα των αποφάσεων και στα εθνικά κοινοβούλια. Μία έρευνα του 2009  με τον τίτλο, "Μοτίβα σκέψης στον Στρατιωτικό Εξτρεμισμό" ανέλυσε την νοοτροπία πολλών εξτρεμιστικών ομάδων σε όλο τον κόσμο (με βάση το διαδίκτυο και έντυπο υλικό), εντοπίζοντας δύο βασικές πεποιθήσεις: την ανυπακοή απέναντι στους νόμους και την εδραιωμένη άποψη ότι η όποια, αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί, μόνο μέσα από ακραία και μη συμβατικά μέσα.

Και προφανώς έκανε λάθος, ο πιο εξέχων φιλελεύθερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, ο John Rawls, στο έργο του  A Theory of Justice (1972), καθώς προσπαθεί να προσδιορίσει τη φύση μιας δίκαιης κοινωνίας και φαντάζεται τα άτομα αποκομμένα από κάθε γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των ταλέντων τους. Για τον Rawls, αυτό το «πέπλο της άγνοιας», είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο κάθε προσπάθειας για να εναρμονίσουμε τα αιτήματα δικαιοσύνης, σε σχέση με τις απαιτήσεις του εαυτού μας ή των επιμέρους συμφερόντων.

Και δεν μας θυμίζει αυτό την κριτική άποψη που αναφέραμε προηγούμενα για το μη-άτομο; Την απρόσωπη, αδιαφοροποίητη, ατομική και περιχαρακωμένη με νομικά δικαιώματα ύπαρξη;

Αλλά, εν τέλει, όταν αφαιρούμε από τον άνθρωπο όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν μοναδική και ανεπανάληπτη –τον καθένα ξεχωριστά- ύπαρξη, δεν είναι αυτό απ-ανθρωποποίηση του ανθρώπου;

Απανθρώπιση των εχθρών

Ένα συγκλονιστικό χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς πολλών βίαιων εξτρεμιστών είναι η πλήρης περιφρόνηση τους για την αξία των άλλων ανθρώπινων ζωών. Το πλαίσιο εδώ ορίζει τον τρόπο που οι άνθρωποι είναι σε θέση να «απανθρωποποιούν» τους εχθρούς τους ή να τους βλέπουν ως ασήμαντους - δηλαδή, τους αντιμετωπίζουν ως κάτι λιγότερο από ανθρώπους. Αυτό το δραματικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ψυχολογίας έχει εντοπιστεί στο πλαίσιο αποκρίσεων, σε μελέτες  με άστεγους και τοξικομανείς αλλά και σε σχέση με τη βία των συμμοριών.

Είναι πάντως χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα έρευνας που διενήργησε στις ΗΠΑ η εταιρεία δημοσκοπήσεων Gallup στις 8.2.2011, καλώντας τους συμμετέχοντες να εκφράσουν τη γνώμη τους για το εάν –μερικές φορές- είναι δικαιολογημένη  η στοχοποίηση και η δολοφονία πολιτών. Οι μουσουλμάνοι συμμετέχοντες απάντησαν κατά 90% ότι δεν είναι «ποτέ» δικαιολογημένη μια τέτοια πράξη ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των Προτεσταντών είναι 71%, των Καθολικών 71%, των Εβραίων 75% και των Άθεων-Αγνωστικιστών 76%. Στο ίδιο ερώτημα απαντούν ότι μια τέτοια πράξη είναι δικαιολογημένη «μερικές φορές» όπως παρακάτω: Μουσουλμάνοι 11%, Προτεστάντες 26%, Καθολικοί 27%, Εβραίοι 22% και Άθεοι/Αγνωστικιστές 23%.

Αναζήτηση Νοήματος

Τί άλλο καταδεικνύει η ανάλυση που προηγήθηκε εκτός από την απουσία νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης-συνύπαρξης και πράξης; Το απο-μονωμένο, α-πρόσωπο και ά-σχετο(δίχως σχέση) Δυτικό άτομο καταδικασμένο στην εγωκεντρική του αυτασφάλιση και περιχαράκωση, οπλισμένο με τη μοναξιά των ατομικών του δικαιωμάτων, παραμένει εν τέλει α-νόητο. Άνευ νοήματος, βυθισμένο στο υπαρξιακό του κενό. Και να που μπορεί να αναζητά την «πλήρωση» αυτού του κενού:
"... η αναζήτηση για την προσωπική σημαντικότητα, αποτελεί μια βασική κινητήρια δύναμη που μπορεί να ωθήσει τα άτομα προς τον βίαιο εξτρεμισμό», γράφει η Kruglanski και οι συνεργάτες της σε μία μελέτη του 2014 . Ο Silke (2008) επισημαίνει ομοίως ότι σε πολλές κοινότητες, « η προσχώρηση σε μια τρομοκρατική ομάδα, αυξάνει σημαντικά το κύρος ενός εφήβου ή της εφηβείας ως εξελικτική φάση». Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε το δέλεαρ του κινδύνου και τον ενθουσιασμό, ιδιαίτερα στους νέους άνδρες που στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ο Silke παραπέμπει  σε ένα πρώην μέλος του IRA το οποίο αναπολεί την εποχή του ως τρομοκράτης: «Έζησα κάθε μέρα σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης. Ο,τιδήποτε έκανα, όσο ασήμαντο και αν είναι τώρα, μου φαινόταν τότε ότι είχε νόημα».

Υπαρξιακές Επιρροές

Για πολλούς ανθρώπους τα εξτρεμιστικά θρησκευτικά κινήματα προσφέρουν υπαρξιακή ασφάλεια. «Οι εξτρεμιστές και πολλοί από τους λεγόμενους φονταμενταλιστές σε όλες τις θρησκείες, χρησιμοποιούν μία από τις πιο βασικές και συχνά πιο καταστροφικές μορφές άμυνας», γράφει ο Gibbs  (2005) «που καταστέλλουν το άγχος της μη ύπαρξης: διαχωρίζουν τον εαυτό τους και συμπληρώνουν το κενό με θρησκευτικά αυτοπροστατευτικά συστήματα ή και γνωστικές κατασκευές».
Το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί εν προκειμένω είναι μήπως  ο Διαφωτισμός είναι ακριβώς αυτό: μια γνωστική κατασκευή που φιλοδοξεί να καλύψει το υπαρξιακό κενό που ο ίδιος -με την απ-ανθρωποποίηση-  προηγουμένως δημιούργησε. Μήπως, με άλλα λόγια, είναι η ασθένεια της οποίας παρίστανε τη θεραπεία. Μια ακόμη -ορθολογιστική αυτή τη φορά- δεισιδαιμονία, μια νέα θρησκοληψία, που απλά υποκατέστησε τη θρησκοληψία που κατήγγειλε. Η τελευταία θρησκοληψία...





Το άρθρο στολίζει το έργο του Andre Masson "Ταυρομαχία".

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η ιντελιγκέντσια της κρίσης

kondylis kastoriadis
Tου Νίκου Ξυδάκη
Βυθιζόμενοι στην κρίση βλέπουμε ευκρινέστερα διανοητικές λειτουργίες και κοινωνικούς μηχανισμούς που λίγο νωρίτερα ελάνθαναν μισοκρυμμένα απ’ το βλέμμα μας, ή δεν τους αναγνωρίζαμε όπως τους άξιζε. Ας πούμε, η λειτουργία του πολιτισμού και της κουλτούρας μες στο πολιτικό-κοινωνικό ολοκλήρωμα, και η θέση των διανοουμένων. Συνηθίζαμε να λέμε και προ κρίσεως για την απουσία των διανοουμένων από τον δημόσιο βίο· αλλά τώρα, ακούγονται πιο βαριές κουβέντες: μιλούν για προδοσία των διανοουμένων, όπως έθεσε το ζήτημα πρώτος στη δεκαετία του 1920 ο Ζυλιέν Μπεντά. Ωστόσο από το 1920 έχει περάσει ένας αιώνας ― στη διάρκεια αυτή άλλαξαν πολλά.
Το ποτάμι πήγε και ήρθε σε πολλές κοίτες. Οι διανοούμενοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τη Γαλλική Επανάσταση έως τα ιστορικά ρήγματα του 1848 και των εθνικοαπελευθρωτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων· αποσύρθηκαν «προδίδοντας» τους εξουσιαζόμενους και τις μάζες, ξαναβρέθηκαν στην πρώτη γραμμή στη Ρωσία και στην Ευρώπη σαν καλλιτεχνική πρωτοπορία, σαρώθηκαν απ’ τους πολέμους και τους ολοκληρωτισμούς, ξαναπρόβαλαν μεταπολεμικά, με φωτεινότερη περίοδο τη δεκαετία του 1960.
Πράγματι, η μεταπολεμική περίοδος, γεμάτη αποστροφή για τον πόλεμο και τον ολοκληρωτισμό, και παρ’ όλο τον Ψυχρό Πόλεμο, σφραγίζεται σταδιακά από την παρουσία προσωπικοτήτων των τεχνών, της επιστήμης και του πνεύματος. Είναι ο καιρός των εμπνευσμένων προσώπων: Μπέρτραντ Ράσελ, Μαρκούζε, Καμύ, Σαρτρ, Μερλό Ποντύ, Φουκώ, Μπουρντιέ, Σαΐντ, οπλισμένοι με την υψηλότερη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, εμπνέουν και συμπαρασύρουν τους νεότερους μαθητές τους να ορίσουν τον δημόσιο χώρο σύμφωνα με τα προτάγματα του διαφωτισμού και του ορθολογισμού ή με τις ουτοπίες του ρομαντισμού.
Κι ύστερα; Τίποτε. Ολοι οι παραπάνω πέθαναν, μερικοί στην ακμή τους, μερικοί πολύ νέοι. Κανείς δεν πήρε τη θέση τους, ίσως διότι οι διάδοχες κοινωνίες δεν χρειάζονται τέτοιους ηγέτες και δασκάλους, τέτοια ηθικά παραδείγματα. Ισως διότι οι σταρ της ποπ κουλτούρας αντικατέστησαν τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς· τα τραγούδια και οι ταινίες μιλούν άλλη γλώσσα. Απέμειναν ελάχιστοι υπερήλικες: ο μοναχικός γέρων Νόαμ Τσόμσκι, ο αυστηρός γέρων Χάμπερμας. Τέλος.
Ο δρων δημόσιος διανοούμενος σήμερα είναι ένα μείγμα ακαδημαϊκού, δημαγωγού και περφόρμερ. Μπορεί να κατάγεται από την ακαδημία, αλλά ο τρόπος του, το discours του οφείλει πολλά στους τρόπους της ποπ κουλτούρας. Φέρνω στο νου μου τον Ζίζεκ, τις εμμονικές αναφορές του στις συγχρονες μυθικές αφηγήσεις της ποπ, από το Star Τrek και το Matrix έως τον χολιγουντιανό Τιτανικό, και τη σύμφυρσή τους με τον Λακάν, τον Απόστολο Παύλο και τον Λένιν.
Αλλά ακόμη κι έτσι, στην υπερνεωτερική εποχή μας, και μάλιστα εδώ, τώρα, στη ελληνική Μεγάλη Υφεση, υπάρχει δρώσα ιντελιγκέντσια, αυτό το μόρφωμα ρωσικής καταγωγής; Και, αν υπάρχει, τι ρόλο μπορεί να παίξει;
Υπό την έννοια του διανοούμενου της νεωτερικότητας, του 19ου και του 20ού αιώνα, τέτοια πρόσωπα με ευρεία ακτινοβολία και επιρροή δεν υπάρχουν. Οι αμφισβητίες διανοούμενοι, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εξέλιπαν, μαζί με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά εξέλιπαν και οι οξυδερκείς συντηρητικοί, όπως λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. Οι σαφώς μικρότερης εμβέλειας και αποδοχής δημόσιοι γραφιάδες σήμερα, ακόμη κι όταν λένε ενδιαφέροντα πράγματα, χάνονται μες στον τεράστιο βόμβο των μεγαλομήντια της ασημαντότητας και της χειραγώγησης, μες στον ακόρεστο πληθωρισμό των λαϊκών σόσιαλ μήντια, εκεί όπου συμβαίνει η διαρκής αυτοπραγμάτωση των μυριάδων μοναχικών ψυχών. Η αυθεντία, η πρωτοτυπία, η γοητεία του διανοούμενου αραιώνει έως διαλύσεως μέσα σε αυτό τον πολυμοριακό ωκεανό. Το Facebοok, όπως και οι συναυλιακές αρένες, έχει τους δικούς του σταρ. Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε τον κόσμο ούτε τις ιδέες· δεν μπορούν καν ν’ ακουστούν.
Μένει η φενάκη μιας πρώην αριστεράς, την οποία συμμερίζεται ασμένως η εγχώρια δεξιά: ότι δήθεν η αριστερά ηγεμόνευε έως πρόσφατα στο πνευματικό πεδίο. Πόθεν το στερεότυπο; Οι πρώην ΚΚΕ-εσωτερικού και μετα-ΚΚΕ πιστεύουν στην μπολσεβίκικη πρωτοπορία, και είναι πεπεισμένοι ότι αυτοί είναι η πρωτοπορία, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμέτωποι με μια άξεστη και απνευμάτιστη δεξιά, αυτοί οι ναρκισσευόμενοι πρωτοπόροι συγκροτήθηκαν σαν λόμπι πίεσης και σαν λόμπι νομής χρήματος και εξουσίας.
Πολύ πριν διαρραγεί το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο δια της χρεοκοπίας και της πληβειοποίησης, η αριστερώνυμη ιντελιγκέντσια ήταν ήδη γενεσιουργό μέρος της κρίσης.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Ένας παγκόσμιος Έλληνας


Παναγιώτης Κονδύλης, από τους επιφανέστερους στοχαστές στο κόσμο
Ο Παναγιώτης Κονδύλης γεννήθηκε το 1943 στη Δούβρα του νομού Ηλείας και πέθανε στις 11 Ιουλίου 1998 στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και Φιλοσοφία της Μεσαιωνικής και Σύγχρονης Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης.
Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης για την – υπό την επίβλεψη του Dieter Henrich – διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Η Γένεση της διαλεκτικής: Μία ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης των Holderlin, Schelling και Hegel έως το 1802».
Η εργασία θεωρήθηκε πρωτοποριακή για την εποχή της, καινοτόμος και ρηξικέλευθη, ενώ συνάμα φώτισε την προϊστορία του μαρξισμού και των κοσμοθεωρητικών προϋποθέσεων της μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας. Εξαιρετικοί Γερμανοί ιστορικοί, όπως ο Werner Conze και ο Reinhart Koselleck, υπήρξαν σημαντικές καθοδηγητικές επιρροές κατά την περίοδο διαμόρφωσης της σκέψης του στη Χαϊδελβέργη.
Το 1991 του απονεμήθηκε το Μετάλλιο Γκαίτε, ενώ ως αποδέκτης του Βραβείου Humboldt το 1994-1995 υπήρξε υπότροφος του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών Βερολίνου.
Συνεχίζοντας τη μοναδική προσφορά για τους αναγνώστες μας, την ερχόμενη εβδομάδα, στη σειρά «Έλληνες Στοχαστές», τη σκυτάλη παίρνει ο Παναγιώτης Κονδύλης με ένα από τα σημαντικότερα έργα του («Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο»), που τον κατέστησαν έναν από τους επιφανέστερους στοχαστές του πλανήτη. Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο έργο του μεγάλου Έλληνα στοχαστή, το οποίο οι αναγνώστες του «Ποντικιού» θα μπορούν να προμηθευτούν με την εφημερίδα την επόμενη Πέμπτη 16 Μαΐου, λίγα μόνο μπορούμε να σημειώσουμε, ως ελάχιστο πρόλογο:
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ δεν σημαίνουν ούτε το «τέλος της Ιστορίας» ούτε την απλή μετάβαση του διεθνούς συστήματος από μια διπολική σε μια πολυπολική δομή.
Αποτελούν, απεναντίας, μιαν ιστορική τομή και την απαρχή μιας νέας φάσης στην ιστορία της πλανητικής πολιτικής των Νέων Χρόνων, η οποία άρχισε με τις μεγάλες ανακαλύψεις και τον εμπορικό καπιταλισμό, για να γνωρίσει ακολούθως τις μεγαλύτερες τροπές της με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα και με τον ανταγωνισμό Ανατολής και Δύσης στον 20ό.
Για να συλλάβουμε όμως τον σημερινό χαρακτήρα της παγκόσμιας πολιτικής, δεν αρκεί η ανασκόπηση αυτής της προϊστορίας. Απαραίτητη είναι επίσης η εξέταση του παρελθόντος και του μέλλοντος του κυρίαρχου κράτους, της συνύφανσης της πολιτικής με οικονομικούς και ίσως βιολογικούς παράγοντες, των νέων λειτουργιών του εθνικισμού και των νέων δυνατοτήτων της διεξαγωγής πολέμου.
Τέλος, πρέπει να συζητηθούν οι πολιτικές συνέπειες του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι προοπτικές μιας παγκόσμιας τάξης σε συνάφεια με τα εκρηκτικά οικολογικά και πληθυσμιακά προβλήματα. Σκοπός των αναλύσεων αυτών δεν μπορεί να είναι βέβαια η πρόβλεψη μεμονωμένων συμβάντων, παρά η διερεύνηση των κινητήριων δυνάμεων και των κεντρικών τάσεων της πλανητικής πολιτικής.
Ακολουθεί ένα επίμετρο, γραμμένο ειδικά για την ελληνική έκδοση του βιβλίου, το οποίο εξετάζει τις προϋποθέσεις, τις παραμέτρους και τις ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στις σημερινές ευρωπαϊκές και παγκόσμιες συνθήκες.

EΠIMETPO ΣTHN EΛΛHNIKH EKΔOΣH
Προϋποθέσεις, παράμετροι καί ψευδαισθήσεις τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς


 Ἡ διάγνωση τῶν κινητήριων δυνάμεων τῆς σημερινῆς πλανητικῆς πολιτικῆς, ὅπως ἐπιχειρεῖται σ’ αὐτό τό βιβλίο, κατατείνει στή διαγραφή ὁρισμένων μελλοντικῶν προοπτικῶν, τῶν ὁποίων τήν πραγμάτωση ἀπεύχομαι προσωπικά, ἀλλά τίς ὁποῖες ὡς ἀναλυτής ὀφείλω νά διατυπώσω μέ σαφήνεια. Mπροστά μας ἀνοίγεται μιά ἐποχή πλανητικῶν καί περιφερειακῶν συγκρούσεων, πού θά καταστήσουν πολύ δύσκολη, ἄν δέν ματαιώσουν, τήν παγίωση μιᾶς διεθνοῦς τάξης, καθώς οἱ βραχυπρόθεσμες καί μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οἰκονομικές καί γεωπολιτικές τους αἰτίες θά συντήκονται ὅλο καί περισσότερο μέ τίς μακροπρόθεσμες οἰκολογικές καί πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις καί ἀνεξέλεγκτους παροξυσμούς. ‘‘Yπό τίς συνθῆκες αὐτές, τό τέλος τῶν ἰδεολογιῶν τοῦ 19ου αἰώνα, οἱ ὁποῖες κυριάρχησαν καί στόν 20ό, δέν θά συνεπιφέρει τόν κατευνασμό τῶν ἀντιθέσεων, παρά ἁπλῶς τή μετατόπισή τους σ’ ἕνα πεδίο στοιχειακό, ὑπαρξιακό καί βιολογικό, στό ἐπίκεντρο τοῦ ὁποίου θά βρίσκεται ἀπροκάλυπτα τό πρόβλημα τῆς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν σέ παγκόσμια κλίμακα. Ὅ,τι σήμερα προσφέρεται ὡς νέα πυξίδα προσανατολισμοῦ τῆς πολιτικῆς δράσης καί ὡς πανάκεια –πρό παντός ὁ οἰκουμενισμός τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων– κατά πᾶσα πιθανότητα θά μεταβληθεῖ σέ ἕνα νέο πεδίο μάχης, ὅπου ἡ πάλη τῶν ἑρμηνειῶν θά συνδέεται μέ ἀκόμα πιό χειροπιαστές μορφές πάλης. Στή διελκυστίνδα ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἀνέφικτο οἰκουμενισμό καί σέ μιά ὑπεράσπιση συλλογικῶν συμφερόντων ἀναπόδραστα ὀργανωμένη πάνω σέ στενότερη τοπική καί πληθυσμιακή βάση, τό κρατικά ὀργανωμένο ἔθνος δέν διαλύεται, ὅπως περίμεναν πολλοί, μέσα σέ ὑπερεθνικά μορφώματα, παρά ἀναλαμβάνει ἕναν νέο ἱστορικό ρόλο, λίγο ἤ πολύ διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνον πού ἔπαιξαν στό ἀπώτερο παρελθόν τό ἀστικό ἔθνος καί στό πιό πρόσφατο οἱ ἀποκρυσταλλώσεις τοῦ κομμουνιστικοῦ ἐθνικισμοῦ. Πρωταρχικό του μέλημα εἶναι ἡ ἐξασφάλιση μιᾶς θέσης μέσα σέ μιά πυκνή καί ἔντονα ἀνταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία – ὅμως τό μέλημα αὐτό θά συναιρεῖται ὅλο καί περισσότερο σ’ ἕνα αἴτημα στοιχειώδους ἐπιβίωσης στόν βαθμό πού θά στενεύουν τά περιθώρια κινήσεων μέσα στούς κόλπους τῆς παγκόσμιας κοινωνίας. Ἡ ἐξ ἀντικειμένου νέα αὐτή λειτουργία τοῦ ἐθνικισμοῦ παραμένει καθοριστική ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνήθως αὐτάρεσκες μυθολογίες μέσω τῶν ὁποίων κατανοεῖ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του, ἀντλώντας ἀπό τό πραγματικό ἤ φανταστικό, κοντινό ἤ μακρινό παρελθόν.
Bεβαίως, οἱ μυθολογίες, ἀκόμα καί οἱ πιό αὐθαίρετες, εἶναι δυνατό νά ἐπιδράσουν θετικά στήν ἐθνική ζωή κινητοποιώντας καί συσπειρώνοντας δυνάμεις. Ὅμως προϋπόθεση γιά νά συμβεῖ αὐτό εἶναι μιά ἀντικειμενική ἐθνική ζωτικότητα, μιά πλησμονή χειροπιαστῆς ἰσχύος, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει σ’ ἕνα ἔθνος νά κινεῖται, θά λέγαμε, στό ὕψος τῶν ψευδαισθήσεών του. Ὅπου ἀντίθετα τό ἔθνος συρρικνώνεται καί φθίνει, ἐκεῖ ἡ διάσταση ἀνάμεσα σέ ἐθνική μυθολογία καί ἐθνική πραγματικότητα ἔχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραῖες συνέπειες. Ἡ σημερινή Ἑλλάδα ἀποτελεῖ ἀκριβῶς περίπτωση φθίνοντος ἔθνους, τό ὁποῖο ἐκλαμβάνει τίς ἔμμονες μυθολογικές του ἰδέες γιά τόν ἑαυτό του ὡς ρεαλιστική αὐτεπίγνωση. Δέν εἶναι διόλου περίεργο ὅτι ἡ ψυχολογική αὐτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικοῦ αὐτισμοῦ· γιατί τό ἀπαραίτητο ὑπόβαθρο καί πλαίσιο τῆς ὑγιοῦς αὐτεπίγνωσης εἶναι ἡ γνώση τοῦ εὐρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στόν ὁποῖο καλεῖται νά δράσει ἕνα ἀτομικό ἤ συλλογικό ὑποκείμενο, ἀποτιμώντας κατά τό δυνατόν νηφάλια τίς δυνατότητές του καί ὑποκαθιστώντας τή νοσηρά ἐγωκεντρική ἀρχή τῆς ἡδονῆς μέ τή φυσιολογικά ἐγωκεντρική ἀρχή τῆς πραγματικότητας. Ὅπως οἱ κατώτεροι ζωικοί ὀργανισμοί, ἔτσι καί οἱ σημερινοί Ἕλληνες ἀντιδροῦν μέ ἔντονες ἀντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ὅ,τι τούς ἐρεθίζει ἄμεσα καί εἰδικά· οἱ δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στή Xαβάη ἤ κάποιου «μισέλληνα» στή Γροιλανδία (κι ἄς μή μιλήσουμε καθόλου γιά τά ὅσα παρεμφερῆ μαθαίνει κανείς ἀπό τίς Bρυξέλλες ἤ τήν Oὐάσιγκτον) εὐφραίνουν ἤ ἐξάπτουν, ἀναλόγως, τά πνεύματα πολύ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τά ἀπασχολοῦν τά οὐσιώδη, ἄν καί συχνά ἀφανῆ, μεγέθη τῆς πολιτικῆς καί τῆς οἰκονομίας. Ἀκόμα καί ὅταν ἡ συζήτηση μετατοπίζεται στόν κυρίως χῶρο τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, κυριαρχεῖ τό στιγμιαῖο, τό κυμαινόμενο καί τό κοντινό, ὄχι ἡ προσεκτική καί τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οἱ ὁποῖες ἴσως μιά μέρα βαρύνουν πάνω στίς τύχες τῶν Ἑλλήνων τουλάχιστον τόσο, ὅσο καί τά διαδραματιζόμενα αὐτή τήν ὥρα στά ὅμορα κράτη. Ἔτσι, ἐνῶ ξαφνικά (σέ μιά χώρα ὅπου οἱ ἐθνικά ζωτικές ἀλβανολογικές, σλαβολογικές καί τουρκολογικές σπουδές ἐκπροσωποῦνται ἐμβρυωδῶς μόνον) ὁ τόπος γέμισε ἀπό ἐμβριθεῖς καί ἐμπαθεῖς βαλκανιολόγους, δέν γίνεται καμμία σοβαρή καί διαρκής συζήτηση γιά τό φλέγον ὅσο ποτέ ἄλλοτε ζήτημα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνοποίησης, γιά τό ποιές δυνάμεις γιά ποιούς λόγους τήν προωθοῦν καί ποιές γιατί ἐνδεχομένως θά τή ματαιώσουν, γιά τίς συναφεῖς ἑλληνικές ἀπόψεις καί προτάσεις (ὑπάρχουν;) καί γιά τή θέση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μέσα σ’ αὐτές τίς ἐξαιρετικά ἀντιφατικές διαδικασίες – ὄχι γιά τή θέση μιᾶς φανταστικῆς Ἑλλάδας μέσα σέ μιάν ἐξ ἴσου φανταστική Eὐρώπη, ἀλλά μιᾶς ἐπαρχιακῆς καί παρασιτικῆς Ἑλλάδας μέ τεράστιες, κι ἴσως ἀνυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογῆς σέ μιάν ἔντονα δύστροπη ἀπέναντί της καί βαθύτατα διχασμένη ὡς πρός τή δική της τήν ταυτότητα καί τίς δικές της τίς προοπτικές Eὐρώπη. Ἐπίσης ἐλάχιστοι φαίνεται νά ἐνδιαφέρονται γιά τά πολιτικά συμπαρομαρτοῦντα τῶν διαγραφόμενων οἰκολογικῶν στενωπῶν ἤ γιά τίς προσεχεῖς συνέπειες τῆς μετανάστευσης τῶν λαῶν σέ μιά χώρα τόσο εὐπαθή οἰκολογικά καί τόσο ἔκθετη γεωγραφικά ὅσο ἡ Ἑλλάδα.
Ὅμως ἡ ἔλλειψη, καί μάλιστα ἡ ἄρνηση, τῆς αὐτεπίγνωσης δέν φαίνεται μόνον ἔμμεσα στή στενότητα τῆς πολιτικῆς κοσμοεικόνας, ἀπό τήν ὁποία συνήθως ἀφορμῶνται οἱ συζητήσεις πάνω στήν ἐθνική πολιτική. Φαίνεται καί ἄμεσα, στόν τρόπο διεξαγωγῆς αὐτῶν τῶν συζητήσεων. Στό ἐπίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ἤ λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις καί γνῶμες γιά τό ποιά τροπή θά πάρει αὐτή ἤ ἐκείνη ἡ συγκεκριμένη ἐξέλιξη καί γιά τό ἄν αὐτή ἤ ἐκείνη ἡ ἐνέργεια ἐνδείκνυται ἤ ὄχι, πράγμα πού συχνότατα ὁδηγεῖ στή γνωστή καί προσφιλή πολιτικολογία καί τραπεζορητορεία. Δέν θίγεται ὅμως ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος κάθε πολιτικῆς προβληματικῆς: ποιά εἶναι ἡ ταυτότητα καί ἡ ὀντότητα τοῦ πολιτικοῦ ὑποκειμένου, γιά τίς πράξεις, τίς παραλείψεις καί τό μέλλον τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος; Πιό συγκεκριμένα: ποιά εἶναι ἡ σημερινή φυσιογνωμία τῆς Ἑλλάδας καί τί προκύπτει ἀπ’ αὐτήν ὡς πρός τήν ἱκανότητά της νά ἀσκήσει ἐθνική πολιτική μέσα στίς σημερινές πλανητικές συνθῆκες; Ἡ ἀπάντηση σ’ ἕνα τέτοιο ἐρώτημα θά ἀπαιτοῦσε μιάν ἀπογραφή τοῦ ἐθνικοῦ δυναμικοῦ μέ τήν εὐρύτατη ἔννοια τοῦ ὅρου, καί αὐτή θά ἦταν σήμερα ἰδιαίτερα ὀδυνηρή, ἄν γινόταν χωρίς ἀπολογητικές ἀνάγκες πρός ὁποιαδήποτε κατεύθυνση. Ἐπί πλέον θά γεννοῦσε δικαιολογημένη διάθεση ἀπαισιοδοξίας, ἐφ’ ὅσον ὁ καθένας βλέπει, θεωρητικά τουλάχιστον, ὅτι ὅποιος θέλει νά ἀσκήσει τελεσφόρα ἐθνική πολιτική, σέ ἀναγκαστικά εὐρύτατους πλέον χώρους, πρέπει, πέρα καί πρίν ἀπό τήν εὔστοχη σύλληψη τῶν γενικῶν καταστάσεων καί τή διπλωματική ἱκανότητα, νά διαθέτει ἀκμαία ἐθνική ὀντότητα ἀποτυπωμένη σ’ ἕνα πολυδιάστατο πλέγμα κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν, στρατιωτικῶν καί ψυχολογικῶν παραγόντων. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἄν ἡ Ἑλλάδα συγκέντρωνε σέ ὑψηλό βαθμό τούς παράγοντες αὐτούς σέ μόνιμη βάση καί προτοῦ ἀκόμα ξεσπάσει ἡ σημερινή βαλκανική κρίση, θά ἀσκοῦσε διαφορετική ἀκτινοβολία καί θά εἶχε μεγαλύτερες δυνατότητες νά ἐπηρεάσει τίς ἐξελίξεις. Ἡ ἐσωτερική ἀποσύνθεση, τήν ὁποία κανείς ἀφήνει νά προχωρήσει ὅσο δέν φαίνεται ν’ ἀντιμετωπίζει ἄμεσο κίνδυνο, τοῦ στερεῖ τά ἀπαιτούμενα μέσα καί περιθώρια ἑλιγμῶν ὅταν ἡ ἀνάγκη σφίγγει.

http://www.topontiki.gr/article/52996/Enas-pagkosmios-Ellinas
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

C. Lasch: Πρόοδος Η Τελευταία Δεισιδαιμονία



Ούτε ο φιλελευθερισμός ούτε ο Μαρξισμός, που είναι ο σημαντικότερος αντίπαλος του, δεν φαίνεται, ότι μπορούν να προσφέρουν μεγάλες ελπίδες για τη λύση των τεράστιων προβλημάτων που απειλούν να μας συντρίψουν. Εξαιτίας αυτού αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για μια τρίτη θέση, που εκδηλώθηκε στις μελέτες για τον κοινωνικό ανθρωπισμό, τον κοινοτισμό κι άλλες βυθισμένες παραδόσεις κοινωνικού κριτικισμού οι οποίες επισκιάστηκαν από τις δεσπόζουσες παραδόσεις που προέρχονται από τον Διαφωτισμό. Η έρευνα για έναν τρίτο δρόμο, ούτε μαρξιστικό ούτε φιλελεύθερο, αντανακλά τον αυξανόμενο φόβο ότι οι άνθρωποι δεν ελέγχουν πλέον τη ζωή τους.
Μπορούμε να φανταστούμε μια πειστική εναλλακτική λύση στις ιδεολογίες που διαμόρφωσαν το μοντέρνο κόσμο αλλά και με τι θα έμοιαζε μια τέτοια εναλλακτική λύση μόνον εάν κατανοήσουμε πού ακριβώς έσφαλαν οι παρωχημένες ιδεολογίες. Η άποψη μου είναι ότι οι ρίζες των δυσκολιών εστιάζονται στην κοινή μας εμπιστοσύνη στην ιδέα της προόδου —κι’ αυτό εξηγεί γιατί είμαι ριζικά αντίθετος στην υποστήριξη μιας νέας θέσης που συνεχίζει να αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική». Στη θέση αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέραν από σύγχυση.
Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να καταλάβουμε είναι ότι η ελπίδα δεν απαιτεί μια πίστη στην πρόοδο. Απαιτεί μια πίστη στη δικαιοσύνη: η πεποίθηση ότι ο αμαρτωλός θα υποφέρει, ότι οι άδικοι θα τιμωρηθούν, ότι η υποκείμενη τάξη πραγμάτων δεν προσβάλλεται ατιμώρητα. Η ελπίδα υπαινίσσεται μια βαθιά εδραιωμένη εμπιστοσύνη στη ζωή, η οποία φαίνεται παράλογη σε όσους τη στερούνται. Η ελπίδα, πέραν αυτού, μας βοηθά πολύ περισσότερο να βρούμε την πορεία πλεύσης μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα απ' ό,τι η πίστη στην πρόοδο, χωρίς να μας εμποδίζει να περιμένουμε το χειρότερο. Αντίθετα, εκείνοι που ελπίζουν είναι πάντοτε προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Η εμπιστοσύνη τους στη ζωή δεν θα άξιζε και πολλά εάν δεν είχε επιβιώσει των απογοητεύσεων του παρελθόντος, ενώ η γνώση τους ότι το μέλλον θα φέρει κι άλλες απογοητεύσεις αποδεικνύει τη συνεχή ανάγκη για ελπίδα. Οι πιστοί της προόδου, από την άλλη πλευρά, μολονότι αρέσκονται να αυτοαναγορεύονται σε κόμμα της ελπίδας, πρακτικά τη χρειάζονται λιγότερο, εφόσον έχουν την ιστορία με το μέρος τους. Η απουσία της ελπίδας, ωστόσο, τους καθιστά ανίκανους για πνευματική δράση. Η απροβλεψία, μια τυφλή πίστη ότι τα πράγματα θα πάνε προς το καλύτερο χρησιμεύει σαν ένα φτωχό υποκατάστατο των διαψευσμένων παραισθήσεων τους.

Αυτή η φαταλιστική αισιοδοξία, αυτή η σιγουριά ότι η ιστορία εργάζεται υπέρ του διαφωτισμού, της ισότητας και της ατομικής ελευθερίας ήταν η πηγή της πασίγνωστης μαρξιστικής αδιαφορίας για την ηθικότητα των μέσων και των σκοπών —το θέμα που ταλαιπώρησε όσους πίστευαν ότι η πρόοδος ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένα διπρόσωπο αγαθό. Για τους μαρξιστές η επιλογή των μέσων ήταν απλή: οτιδήποτε επιτάχυνε την προλεταριακή επανάσταση. Οι «φυσικοί νόμοι του καπιταλισμού», είπε ο Μαρξ, εργάζονταν «με σιδερένια αναγκαιότητα προς αναπόφευκτα αποτελέσματα». Αυτό δεν σήμαινε ότι κάθε έθνος έπρεπε να περάσει από ένα αστικό στάδιο στην πορεία προς το σοσιαλισμό. Όταν οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία μπορούσαν να επικαλούνται τη δήλωση του Μαρξ ότι η Ρωσία θα μπορούσε «να αποκτήσει τους καρπούς με τους οποίους η καπιταλιστική παραγωγή εμπλούτισε την ανθρωπότητα χωρίς να περάσει από το καπιταλιστικό καθεστώς». Χωρίς ωστόσο μια αστική επανάσταση, το σοσιαλιστικό καθεστώς θα έπρεπε να αναλάβει από μόνο του το έργο του καπιταλισμού, αρχίζοντας από την απαλλοτρίωση της αγροτιάς· τελικά αυτή η λογική κατέληξε στη Σοβιετική Ένωση να γίνει αποχρών λόγος του Σταλινισμού.

Η απόληξη του μαρξιστικού οχήματος της ιστορίας ήταν ότι κάποια πράγματα θα έπρεπε να συμβούν αναγκαστικά είτε υπό την αιγίδα των αστών είτε των «προλετάριων»: η καταστροφή της παλιάς γαιοκτητικής αριστοκρατίας· η άνοδος μιας νέας τάξης στη θέση της· η «εκμηδένιση» της παραγωγής μικρής κλίμακας· ο μετασχηματισμός των αγροτών και των βιοτεχνών σε μισθωτούς εργάτες· η αντικατάσταση της κοινοτικής, πατριαρχικής και «ειδυλλιακής» διευθέτησης από συμβατικές διευθετήσεις η άνοδος ενός νέου ατομισμού στην προσωπική ζωή· η κατάρρευση της θρησκείας και η διάδοση των επιστημονικών σχημάτων σκέψης· η απομάγευση της εξουσίας. Μια σειρά τέτοιου είδους εξελίξεων επρόκειτο να συμβούν είτε κάποιος τις ήθελε είτε όχι και ανεξάρτητα από τι είδους ομάδες συνέβαινε να είναι υπεύθυνες για το κράτος σε κάθε δεδομένη στιγμή. Ο πολιτικός φιλόσοφος Jon Elster έγραψε ότι η μαρξική θεωρία της ιστορίας ήταν «παράξενα εξαϋλωμένη». «Εργαζόμενη παλινδρομικά, ξεκίναγε από το τέλος και κατέληγε στις προϋποθέσεις»· έτσι «μπορούσε να καταστήσει περιττούς τους δρώντες και τις προθέσεις τους». Επειδή μπορούσε να καταστήσει περιττούς τους δρώντες, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, μπορούσε ν' αφήσει κατά μέρος ζητήματα πολιτικής και ηθικότητας.

Σύμφωνα με τον Μαρξ ο σοσιαλισμός θα συμφιλίωνε το άτομο και την κοινωνία επειδή αντιπροσώπευε μια «ανώτερη σύνθεση» μεταξύ ατομικισμού και «οργανικής ενότητας». Ο Elster, ένας συμπαθής κριτικός, βρίσκει την «άνευ διακρίσεων αλληλεγγύη» που οραματίστηκαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μη πειστική και εν μέρει ανησυχητική. Ο Elster υποστηρίζει ότι «ο κόσμος χρειάζεται μια ασφαλέστερη εστία αφοσίωσης και αλληλεγγύης από τη διεθνή κοινότητα των εργατών». Ο αλτρουισμός ακμάζει σε «μικρές, σταθερές ομάδες» και «παρακμάζει όταν ο κύκλος των ατόμων επεκτείνεται». «Η άνευ οφέλους καλοσύνη» είναι ασυμβίβαστη με την «προσωπική ακεραιότητα και τη δύναμη του χαρακτήρα». Αλλά ο Μαρξ δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει την αξία των μικρών, σταθερών ομάδων χωρίς να θυσιάσει τη μονογραμ-μική του θεωρία της προόδου, σύμφωνα με την οποία η ιστορία κινείται, αναπόφευκτα προς την κατεύθυνση των όλο και περισσότερο περιεκτικών μορφών αλληλεγγύης.

Η φιλελεύθερη θεωρία της προόδου, από την άλλη πλευρά, είναι λιγότερο άκαμπτη και ευκολότερα, κατά συνέπεια, συμφιλιώσιμη, όπως φαίνεται, με τις αποδείξεις ότι η ιστορία δεν κινείται πάντοτε προς μία κατεύθυνση. Δεν ήταν η εκκοσμίκευση της χριστιανικής πίστης στη Θεία Πρόνοια που ανέδειξε την ιδέα του δέκατου όγδοου αιώνα για την πρόοδο, όπως συχνά υποστηρίχθηκε, αλλά η σαφέστερη διαβεβαίωση ότι οι ορέξεις του κόσμου, που καταδικάστηκαν στο παρελθόν σαν πηγή κοινωνικής αστάθειας και προσωπικής δυστυχίας, θα μπορούσαν να κινήσουν την οικονομική μηχανή — όπως ακριβώς η ακόρεστη περιέργεια του κόσμου κίνησε το επιστημονικό εγχείρημα — και έτσι να εξασφαλίσουν μια ατέλειωτη επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων. Η ηθική αποκατάσταση της επιθυμίας επέφερε μια νέα αίσθηση των δυνατοτήτων που υπήρχαν, οι οποίες έγιναν γνωστές από την πρακτική της νέας επιστήμης της πολιτικής οικονομίας κι όχι από τον ασαφή ουτοπισμό του γαλλικού διαφωτισμού.

Σύμφωνα με τον ’νταμ Σμιθ, ο αυτοπαραγόμενος χαρακτήρας των αναδυομένων προσδοκιών, των εσχάτως επίκτητων αναγκών και προτιμήσεων, και των νέων σταθερών προσωπικής άνεσης διέρρηξε τον παλιό κύκλο κοινωνικής ακμής και παρακμής και προκάλεσε μια νέα μορφή κοινωνίας, ικανής για απεριόριστη επέκταση.

Η αποφασιστική ρήξη με παλιότερους τρόπους σκέψης συνέβη όταν οι ανθρώπινες ανάγκες άρχισαν να αντιμετωπίζονται όχι ως φυσικές ανάγκες αλλά ως ιστορικές, που αλλάζουν σταθερά· και κατά συνέπεια είναι ακόρεστες. Καθώς το πλεόνασμα των υλικών ανέσεων αυξανόταν, το επίπεδο άνεσης αυξανόταν επίσης και η κατηγορία των αναγκών κατέληξε να συμπεριλαμβάνει πολλά αγαθά που προηγουμένως εθεωρούντο πολυτελή. Για τον Σμιθ η «ενιαία, σταθερή κι αδιάκοπη προσπάθεια του κάθε ανθρώπου να καλυτερεύσει την κατάσταση του» έγινε η «αρχή από την οποία παραγόταν πρωταρχικά η δημόσια και εθνική καθώς και η ιδιωτική αφθονία». Η υπεράσπιση των υψηλών μισθών από τον Σμιθ, ασυνήθιστη για την εποχή του, στηριζόταν στην προϋπόθεση ότι «ένα πρόσωπο το οποίο δεν μπορεί ν' αποκτήσει ιδιοκτησία δεν μπορεί να έχει άλλο συμφέρον από το να φάει τόσο περισσότερο και να εργαστεί τόσο λιγότερο όσο είναι δυνατό». Η ελπίδα πως θα βελτιώσει την κατάσταση του, από την άλλη πλευρά, θα ενεθάρρυνε τον εργαζόμενο άνθρωπο του Σμιθ να ξοδέψει το εισόδημα του σε «πράγματα ανθεκτικότερα» (διαρκή αγαθά) από τη «φιλοξενία» και τις «γιορτές» που προτιμόνταν από τους πλούσιους: τα συσσωρευόμενα αποτελέσματα αυτού του είδους της δαπάνης, ακόμη κι αν αντανακλούσαν μια «ποταπή και εγωιστική διάθεση» θα μπορούσαν να συντηρήσουν ένα ολόκληρο έθνος βιομηχανικών εργατών.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ TOΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ, όσον αφορά τη δική μας προοπτική, ως η περιοδική εξασθένιση και εγκατάλειψη αυτών των ιδεών, από τη μία πλευρά, και η περιοδική επανανακάλυψή τους από την άλλη, από ένα μεγάλο αριθμό στοχαστών. Αποκορυφώθηκε στις προτάσεις των κεϋνσιανών, οι οποίοι έκαναν τις πλέον εκλεπτυσμένες απόπειρες σύνδεσης της κοινωνικής προόδου με την απεριόριστη επέκταση των καταναλωτικών απαιτήσεων. Η έννοια της προόδου, όπως οι οξυδερκέστεροι φιλελεύθεροι κριτικοί κατάλαβαν, μπορεί να τύχει υπεράσπισης έναντι ενός εκλεπτυσμένου κριτικισμού μόνον εάν ορίσουμε ως προϋπόθεση της μια άνευ τέλους επέκταση των επιθυμιών, μια σταθερή άνοδο στο γενικό επίπεδο άνεσης και (που είναι το σημαντικότερο) τη συνεχή ενσωμάτωση νέων ομάδων στην κουλτούρα της κατανάλωσης. Μ ' αυτή και μόνο τη μορφή η ιδέα της προόδου επιβίωσε των καταστροφών του εικοστού αιώνα. Οι πιο φανταχτερές εκδοχές της προοδευτικής πίστης, που έθεταν ως προϋπόθεση την τελειοποίηση της ανθρώπινης φύσης —με την απραγματοποίητη εξουσία του λόγου ή της αγάπης— κατέρρευσαν εδώ και καιρό, αλλά η φιλελεύθερη εκδοχή αποδείχτηκε εκπληκτικά ανθεκτική στους κλονισμούς που επανειλημμένα προκάλεσαν στη συγκαταβατική αισιοδοξία τα συμβάντα του εικοστού αιώνα.
Ο φιλελευθερισμός δεν ήταν ποτέ ουτοπικός, εκτός και αν ο εκδημοκρατισμός της κατανάλωσης είναι καθαυτός ένα ουτοπικό ιδανικό. Δεν έθεσε δύσκολες απαιτήσεις για την ανθρώπινη φύση. Δεν προϋπέθετε τίποτε περισσότερο επίπονο, όσον αφορά τα κίνητρα συμπεριφοράς, από ένα ευφυές προσωπικό συμφέρον. Προϋπέθετε ότι σχεδόν ο καθένας διεκδικεί το μερίδιο του στην αυξανόμενη παραγωγικότητα, τους υψηλότερους μισθούς, το μειωμένο ωράριο εργασίας και μια δημιουργικότερη χρήση του ελεύθερου χρόνου. Ο καπιταλισμός, είπε ο Horace Kallen, ο πολιτικός φιλόσοφος της κατανάλωσης, «ανέβασε το γενικό επίπεδο ζωής... μετασχημάτισε τη σπάνη σε αφθονία, αφυπνίζοντας επιθυμίες που κανείς δεν είχε προηγουμένως, πολλαπλασιάζοντας τα λίγα σε πολλά, φέρνοντας όλο και περισσότερα διαφορετικά αγαθά σε περισσότερο κόσμο και σε χαμηλότερες τιμές, έτσι ώστε ότι ήταν προηγουμένως, εάν ήταν καθόλου, διαθέσιμο σε λίγους... ήταν τώρα προσιτό σε πολλούς από εκείνους που ενώ παρήγαγαν πολλά κατανάλωναν λίγα». Απέμενε μόνο να ολοκληρωθεί η καπιταλιστική επανάσταση κάνοντας τα «δώρα της σχόλης» διαθέσιμα σ' όλους. Για να αναγνωρισθεί καθολικά η επιθυμητότητα αυτού του σκοπού δεν απαιτείτο καμμία βελτίωση στην πνευματική ικανότητα· η πραγματοποίηση του δεν απαιτούσε ούτε τον αλτρουισμό ούτε την αυτοθυσία αλλά μόνον την προθυμία να υποταχθεί η άμεση ευχαρίστηση στη μακρόχρονη ειρήνη και ευμάρεια.

Ακόμη κι αυτό το λιγοστό επίπεδο πειθαρχίας, ωστόσο, αποδείχτηκε ότι ήταν δύσκολο να διατηρηθεί σε κοινωνίες που προωθούνταν από τις επιταγές της μαζικής κατανάλωσης. Στην αμερικανική πολιτική, το είδος ενός ευφυούς συντηρητισμού το οποίο θα συμφιλίωνε τις επιχειρηματικές τάξεις με την ανάγκη για κοινωνική δίκαιοσύνη είναι ξεκάθαρα σε παρακμή, ίσως επειδή οι απαιτήσεις για μεταρρύθμιση που ακούγονται από κάτω εξασθενίζουν όλο και περισσότερο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της μεταρρύθμισης, πολιτικοί άνδρες με φαντασία όπως ο Theodore Roosevelt, ο Woodrow Wilson και ο Franklin D. Roosevelt, μπορούσαν να παραθέτουν τις ριζοσπαστικές πιέσεις που πλαισιώνονταν από τους ποπουλιστές, τους σοσιαλιστές και τις αγωνιστικές εργατικές ενώσεις ως ένα ελατήριο για την εφαρμογή μετριοπαθέστερεων μεταρρυθμίσεων. Για μια ποικιλία λόγων, ωστόσο, έγινε όλο και δυσκολότερο ν' ακουστούν οι λαϊκές απαιτήσεις. Τα τρίτα κόμματα αποδυναμώθηκαν περισσότερο από το σύνηθες· η παγίωση του τύπου σε μια δράκα γιγάντιων τραστ περιόρισε τις μικρές εφημερίδες και μείωσε την έκταση των πολιτικών διαφωνιών η κυριαρχία της τηλεόρασης βοήθησε ακόμη περισσότερο αυτή την ομογενοποίηση της κοινής γνώμης· η ανάπτυξη του εκτελεστικού κλάδου της εξουσίας εις βάρος του νομοθετικού σώματος καθιστά τους κρατικούς λειτουργούς λιγότερο άμεσα υπεύθυνους στους λαϊκούς ψηφοφόρους, ενώ τα δικαστήρια, ο λιγότερο υπόλογος κλάδος της εξουσίας, προσέλαβαν ένα αυξανόμενα σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό της πολιτικής· και το σύστημα των άμεσων προκριματικών εκλογών, που θεσμοθετήθηκε με την ελπίδα ότι θα φέρει την κυβέρνηση πλησιέστερα στο λαό, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, αυξάνοντας τους οικονομικούς πόρους που ήταν αναγκαίοι για να στηθεί μια επιτυχής καμπάνια και μεταφέροντας την εκλογή των υποψηφίων από τους κομματικούς διαχειριστές περισσότερο στα mass media παρά στους ψηφοφόρους. Το αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών στη διαμόρφωση κυβέρνησης εμφανίζεται απόμακρο και απρόσιτο στο μέσο άνθρωπο και γίνεται εμφανές στην παρακμή του ψηφίζειν, στη γενική πολιτική απάθεια και στη δυσπιστία προς την Washington, δυσπιστία την οποία η Νέα Δεξιά χειρίστηκε τόσο αποτελεσματικά.
Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΕΔΩΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ μικρότερη σημασία στα καθήκοντα του πολίτη απ' ότι στο δικαίωμα απόλαυσης των αγαθών της ζωής. Η λειτουργία του κράτους στηρίχτηκε στην εγγύηση αυτών των δικαιωμάτων. Δεν δημιούργησε πολίτες με παιδεία ούτε παρενέβη στο κυνήγι του ιδιωτικού οφέλους.

Η δημοκρατία (αν ποτέ ταυτιζόταν με το φιλελευθερισμό) ταυτίστηκε έτσι με μια δικαιότερη διανομή των αγαθών μάλλον παρά με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στη δημόσια ζωή. Μια καθολική βελτίωση του επιπέδου ζωής φαινόταν να δικαιώνει την επιλογή μιας διανεμητικής δημοκρατίας σε σχέση με τη συμμετοχική δημοκρατία. Η πρόσφατη ωστόσο εμπειρία φανερώνει ότι είναι αδύνατο, μακροπρόθεσμα, να επιτευχθεί η μία χωρίς την άλλη. Οι λίγοι ευνοημένοι δεν επιτρέπεται να γνωμοδοτούν ανεξέλεγκτα για τις ανάγκες των πολλών, έστω και αν, όπως οι Keynes και Kallen έδειξαν, τους ενδιαφέρει μακροσκοπικά να αυξηθεί το γενικό επίπεδο κατανάλωσης. Εάν σήμερα οι πολλοί απολαμβάνουν ανέσεις που προηγουμένως περιορίζονταν στους λίγους, αυτό συνέβη επειδή τους νίκησαν μέσω των δικών τους πολιτικών πρωτοβουλιών κι όχι επειδή οι πλούσιοι παρέδωσαν θεληματικά τα προνόμια τους ή επειδή η αγορά εξασφαλίζει αυτόματα αφθονία για όλους. Η παρακμή της λαϊκής πρωτοβουλίας στην πολιτική, μαζί με την παρακμή του ευφυούς συντηρητισμού, γεννά μια απειλητική εικόνα· η σταθερή πρόοδος προς την ισότητα, για να το θέσουμε μαλακά, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Ο φιλελευθερισμός προϋποθέτει τελικά τη δημιουργία μιας σφαιρικής αγοράς που ενσωματώνει πληθυσμούς που αποκλείονταν προηγουμένως από κάθε λογική προσδοκία ευημερίας. Αλλά η πρόβλεψη ότι «αργά ή γρήγορα όλοι θα ευημερούμε», που ακουγόταν τόσο πειστικά μόνο λίγα χρόνια πριν, δεν φαίνεται πια πειστική. Η σφαιρική κυκλοφορία των καταναλωτικών αγαθών, των πληροφοριών και των πληθυσμών, αντί να κάνει τον καθένα εύπορο, βάθυνε το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών εθνών και γέννησε μια μαζική μετανάστευση στη Δύση, όπου οι νεοαφικνούμενοι διόγκωσαν την τεράστια στρατιά των ανέστιων, άνεργων, αναλφάβητων, τοξικομανών, αλητών και στερημένων πολιτικά δικαιώματα. Η παρουσία τους καταπονεί τις υπάρχουσες πλουτοπαραγωγικές πηγές έως τη συντριβή τους. Οι ιατρικές και εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου, και η προσφορά εργασίας —χωρίς να μνημονεύσουμε την προσφορά φυλετικής ανοχής και καλής θέλησης, που δεν είναι ποτέ άφθονη κατ' αρχήν— όλα εμφανίζονται ανεπαρκή στο πελώριο έργο της αφομοίωσης αυτού που ουσιαστικά είναι ένα πλεόνασμα ή «υπεραφθονία» πληθυσμού, σύμφωνα με την ωμή εκφραστική βρεταννική έκφραση. Τα δηλητηριώδη αποτελέσματα της φτώχειας και των ρατσιστικών διακρίσεων δεν μπορούν να γκετοποιηθούν κι αυτά επίσης κυκλοφορούν σε μια σφαιρική κλίμακα. « Όπως τα αποτελέσματα της βιομηχανικής ρύπανσης και του νέου συστήματος των σφαιρικών οικονομικών αγορών», γράφει η Susan Sontag, «η κρίση του AIDS είναι ένδειξη ενός κόσμου... στον οποίο κάθε τι που μπορεί να κυκλοφορήσει κυκλοφορεί» —καταναλωτικά αγαθά, εικόνες, σκουπίδια, αρρώστιες. Δεν εκπλήσσει ότι «το κοίταγμα στο μέλλον, που κάποτε συνδεόταν μ' ένα όραμα γραμμικής προόδου», με-ταστράφηκε σύμφωνα με την Sontag, σ' ένα «όραμα καταστροφής», και ότι «ο,τιδήποτε μπορεί να περιγραφεί ως αλλαγή ορθά μπορεί ν' αντιμετωπιστεί ως πορεία προς την καταστροφή».

Η ουσία της επιχειρηματολογίας μου, όσον αφορά αυτό το σημείο, είναι ότι το καταναλωτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς λαϊκή συμμετοχή στη διακυβέρνηση και χωρίς μια τονισμένη έννοια της πολιτικής στράτευσης, που και τα δύο, ωστόσο, τείνουν να διαβρωθούν από την καταναλωτική έμφαση στις ατομικές ικανοποιήσεις (αλλά και εξίσου από πολλά άλλα χαρακτηριστικά της καταναλωτικής κουλτούρας). Σ' αυτό μπορούμε να προσθέσουμε ένα δεύτερο σημείο: ότι ο κατα-ναλωτισμός απαιτεί μια σφαιρική αγορά και μια συνέχιση της τάσης προς την πολιτική συγκεντροποίηση, ενώ η πολιτική συμμετοχή είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματική σε μικρές κοινότητες όπου οι άνθρωποι αισθάνονται άμεσα υπεύθυνοι για τις πράξεις τους. Δεν βλέπω διέξοδο από αυτό το δίλημμα παρ' εκτός την επιλογή του ενός από τα δύο κέρατα, είτε την ισότητα ή την οικονομική ανάπτυξη, είτε την πολιτική συμμετοχή ή τον καταναλωτισμό. Δεν μπορούμε να τα έχουμε και τα δύο, και δεν υπάρχει κάποιο σημείο που θα μας επιτρέψει να ισχυριστούμε ότι μπορούμε να συνδυάσουμε με κάποιο τρόπο την «κοινότητα» με μια ευρείας κλίμακας οργάνωση ή την πολιτική αναζωογόνηση με μία συνεχιζόμενη εμπιστοσύνη σε ένα όλο και πλουσιότερο επίπεδο ζωής.

Η ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ MOΥ ΟΤΙ Η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ πλησιάζει το τέλος του δρόμου της και ότι θα πρέπει ν' αντιμετωπίσουμε σκληρά διλήμματα στο εγγύς μέλλον ενισχύεται από έναν άλλο παράγοντα, τις αυξανόμενες δηλαδή αποδείξεις ότι οι περιορισμένες πλουτοπαραγωγικές πηγές της γης δεν μπορούν να στηρίξουν μια απεριόριστη επέκταση του βιομηχανικού πολιτισμού σύμφωνα με τις σημερινές κατευθύνσεις. Ενώ η προσπάθεια να διατηρηθεί το επίπεδο ζωής που ήδη απολαμβάνουν τα βιομηχανικά έθνη χωρίς να το μοιράζονται με τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν παράλογη, η προσπάθεια να εξαχθούν τα δυτικά σταθμά θα σήμαινε πιθανά την εξάντληση των μη ανανεούμενων πλουτοπαραγωγικών πηγών, την αμετάστρεπτη μόλυνση της γήινης ατμόσφαιρας, τη δραστική μεταβολή του κλίματος της και την καταστροφή, εν συντομία, του οικολογικού συστήματος από το οποίο εξαρτάται η ανθρώπινη ζωή. Ο Rudolph Bahro, μια ηγετική φυσιογνωμία για τους Δυτικογερμανούς Πράσινους, γράφει:
Ας φανταστούμε τι θα μπορούσε να συμβεί εάν η κατανάλωση πρώτων υλών και ενέργειας στην κοινωνία μας επεκτεινόταν στα τεσσεράμιση δισεκατομμύρια κόσμο που ζει σήμερα ή στα δέκα έως δεκαπέντε δισεκατομμύρια που θα υπάρχουν πιθανά αύριο. Είναι άμεσα φανερό ότι ο πλανήτης μπορεί να στηρίξει τέτοιους όγκους παραγωγής... μόνο για μια μικρή χρονική περίοδο.

Εάν ο Bahro έχει δίκιο, έχουμε δύο μόνον επιλογές: να καταστήσουμε τη Δύση, όσο ουδέποτε στο παρελθόν, μια όαση ευημερίας σε ένα ταλαιπωρημένο από τη φτώχεια κόσμο, οχυρώνοντας τους εαυτούς μας έναντι των γειτόνων μας· ή να αποδεχθούμε μια γενική μείωση του δικού μας επιπέδου ζωής. Εδώ χρειάζεται να υπογραμμιστεί, ότι καμία εναλλακτική λύση, δεν συμβιβάζεται με την ιδεολογία της προόδου.
Εάν υπάρχει κάποια αξία στην ελλιπή επιχειρηματολογία που παρουσιάστηκε εδώ σε αδρές γραμμές, είναι ότι αναφέρεται σ' ένα τελικό σημείο: την ανάγκη να διευκρινιστεί η κοινοτική κριτική του φιλελευθερισμού και ν' αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνέπειες χωρίς υπαναχωρήσεις. Υπό την προϋπόθεση ότι ο κοινοτισμός εμπεριέχει τα χαρακτηριστικά που του αποδίδουμε η κριτική αυτή δεν συνεπάγεται μια επιστροφή στο New Deal, την αναβίωση της προοδευτικής παράδοσης στην αμερικανική πολιτική αλλά την αποκήρυξη αυτής της παράδοσης. Συνεπάγεται την παραγωγή μικρής κλίμακας, τον εργατικό έλεγχο της βιομηχανίας, και τον κοινοτικό έλεγχο της εκπαίδευσης. Συνεπάγεται επίσης, νομίζω, μια προθυμία να υποστούμε τους κινδύνους μιας δημόσιας διαμάχης για την ηθικότητα και τη θρησκεία. Ο αποκλεισμός των ηθικών και θρησκευτικών θεμάτων από την πολιτική έγινε ένα από τα τεκμήρια του φιλελευθερισμού και μία από τις προϋποθέσεις της οικονομικής προόδου. Μόνον όταν ο διαχωρισμός της εκκλησίας και του κράτους έβαλε ένα τέλος στους θρησκευτικούς πολέμους η Δύση κατόρθωσε να αφιερωθεί ολόψυχα στο θελκτικότατο έργο της αύξησης της παραγωγικότητας. ’παξ και το κράτος έπαυσε να είναι ο φύλακας της θρησκευτικής ορθοδοξίας, μπορούσε να αναλάβει την πρωταρχική του λειτουργία —να κρατά δηλαδή την οικονομία σε κίνηση.

Η τιμή αυτής της πολιτικής, ωστόσο, ήταν να καταστεί ασήμαντος ο δημόσιος διάλογος. Ένας από τους λόγους που ο κόσμος δίνει σήμερα τόσο μικρή σημασία στην πολιτική, πέραν από το απρόσιτο των γραφειοκρατικών δομών που κυριαρχούν στην πολιτική ζωή, είναι ότι η πολιτική δεν κατόρθωσε να στραφεί σε θέματα που προέχουν από άποψη ηθικής σπουδαιότητας. Δεν θα κέρδιζαν τίποτε, λοιπόν, οι κοινοτιστές φωνάζοντας για την αναβίωση του πολιτικού πνεύματος ενόσω αποδοκιμάζουν τις προσπάθειες να πολιτικοποιηθούν θέματα ηθικά και θρησκευτικά που προκαλούν διαμάχες. Οι φιλελεύθεροι μπορούν να επιμένουν ότι τέτοια θέματα είναι προβλήματα ιδιωτικής επιλογής και κατά συνέπεια δεν ανήκουν στο δημόσιο, αλλά οι κοινοτιστές δεν απολαμβάνουν αυτή την πολυτέλεια. Εάν είναι σοβαροί θα πρέπει να χρησιμοποιούν το θρησκευτικό δίκαιο με τους δικούς του όρους, αναγνωρίζοντας ότι μία κοινότητα συνίσταται από ζωηρή δημόσια συζήτηση για τα θέματα που αληθινά την απασχολούν κι όχι από μια οικουμενική συμφωνία γι' αυτά. Ο Orestes Brownson είπε κάποτε: «Πάντοτε υποστηρίζω ότι υπάρχει πολύτιμη αλήθεια εκεί όπου διαφέρω από άλλους». Ο Brownson, ένας από τους οξυδερκέστερους κριτικούς του δέκατου ένατου αιώνα υπογράμμισε ότι ο διαχωρισμός της πολιτικής και της θρησκείας δεν οδήγησε πρακτικά στον αποκλεισμό της θρησκείας από τη δημόσια ζωή αλλά σε μια τυφλή, μη θρησκευτική πολιτική θρησκεία που βοήθησε να ενισχυθεί το κοινωνιοοικονομικό status quo. Όταν άσκησε κριτική στο διαχωρισμό θρησκείας και πολιτικής εννοούσε ότι οι ερωτήσεις που αφορούν το «ανθρώπινο πεπρωμένο» θα έπρεπε να γίνουν ζητήματα για δημόσια διαφωνία κι όχι ότι ένα νέο θρησκευτικό κατεστημένο θα έπρεπε να παρέχει αυταρχικές απαντήσεις. «Η ειρήνη είναι ένα αγαθό αλλά η δικαιοσύνη είναι σπουδαιότερη... Αυτή μας δίνει το θόρυβο και την έριδα της ζωής παρά η ειρήνη και η σιωπή του νεκροταφείου». Οι κοινοτιστές θα έκαναν καλά να βάλουν αυτά τα λόγια στην καρδιά τους.
Απόδοση στην ελληνική: Γ.Ν. Μερτίκας
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο νεωτερικός μεσσιανισμός


Θεόδωρος Ζιάκας
"Το τέλος της ιστορίας είναι η ολοκλήρωση των διαδικασιών εξατομίκευσης, της ο­ποίας προσφορότερη μορφή αποτελεί ο φιλελεύθερος καπιταλισμός".(Φρ. Φουκουγιάμα)

Ο μεσσιανισμός είναι ένα σύστημα ελπίδας. Προσφέρεται στον Δούλο και του υπό­σχεται την απελευθέρωσή του. Αναπτύχθηκε με την έξοδο από την “παραδείσια” πρωτόγονη κατάσταση και με το πέρασμα στους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς. Κάτω από τις βαριές κολεκτιβιστικές πυραμίδες της Αιγύπτου, της Βαβυλώνας, της Ινδίας, της Κίνας, ή των Αζτέκων, η ελπίδα στέναζε παίρνοντας διάφορες μορφές μεσσιανι­σμού. Την πιο καθαρή μορφή θα την προσλάβει στο πιο εξελιγμένο κολεκτιβιστικό έθνος της ιστορίας, τους Εβραίους, όταν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα ονειρεύονταν τη Σιών και όταν κινδύνεψαν να χάσουν την εθνική τους ταυτότητα κάτω από την ελληνική κυριαρχία.
Μπορεί ο μεσσιανισμός να είναι γέννημα των κολεκτιβιστικών κοινωνιών, αλλά αυ­τό δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται και στις ατομοκεντρικές κοινωνίες, την αρχαιοελ­ληνική και τη νεωτερική. Ο τραγικός μύθος του Προμηθέα προβάλλει, στην Αθήνα του 5ου αιώνα, έναν παράξενο μεσσιανισμό: “ένας θεός πιο δυνατός από τον Δία θα γεννηθεί μια μέρα και θα συντρίψει την εξουσία του”. Με το πέρασμα στη νεωτε­ρικότητα ο μεσαιωνικός χιλιαστικός μεσσιανισμός θα εκκοσμικευθεί για να μεταμορ­φωθεί σε πίστη στην Πρόοδο. Η νεωτερική πίστη στην Πρόοδο βασίζεται σαφώς σε έναν τεχνολογικό μεσσιανισμό (: η τεχνολογία θα μας λύσει όλα τα προβλήματα). Και σε μας εδώ ο χιλιαστικός μεσσιανισμός έπαιξε το ρόλο του. Μετά την ανεξαρτη­σία, τον 19ο αιώνα, αρκετοί μεσσίες είχαν ταράξει τον ύπνο της Ψωροκώσταινας. Ο γερο-Μακρυγιάννης λίγο έλειψε να ταυτίσει τον εαυτό του με τη διαδεδομένη τότε λαϊκή μεσσιανική μορφή του “φτωχού βασιλέα Ιωάννη”. Τον 20ό αιώνα το πράγμα κόρωσε, για να γίνουμε ολοκαύτωμα στον μεσσιανικό “κομμουνιστικό” Μολώχ. Σή­μερα, ενώ θα περίμενε κανείς μαζί με το μεταμοντέρνο “τέλος της ιστορίας” να έρ­θει και το τέλος των μεσσιανισμών, το αντίθετο είναι που βλέπουμε.
Δεν ξέρω αν έχει γραφτεί μια συγκριτική ιστορία του μεσσιανισμού. Θα ήταν ίσως η πιο καίρια μελέτη πάνω στην ουσία του ανθρώπου: την ελευθερία. Θα μας μιλού­σε πάνω απ’ όλα για τη φρίκη της ανθρώπινης κατάστασης. Γι’ αυτό και είναι μάλ­λον απίθανο να έχει γραφτεί. Κι αν έχει γραφτεί, θα είναι απίθανο να κυκλοφορεί. Στο κείμενο που ακολουθεί θα μιλήσουμε κυρίως για τον νεωτερικό μεσσιανισμό: την ιδέα της Προόδου, την αντίστοιχη αντίληψη για τον χρόνο και τον τεχνολογικό μεσσιανισμό που την τροφοδοτεί.

1. Ο τεχνολογικός μεσσιανισμός 
Ο μεσσιανισμός συνδέεται σήμερα με την Τεχνολογία. Είχε όμως τεχνολογική βάση και στους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς.
Ας πάρουμε μια τυπική κολεκτιβιστική πυραμίδα. Παρατηρούμε ότι η αναπαραγωγή της προϋποθέτει το μπλοκάρισμα δύο εναλλακτικών λύσεων: α) της υποστροφής στην “πρωτόγονη κατάσταση”, από την κατάρρευση της οποίας αναδύθηκε η κολεκτι­βιστική πυραμίδα και β) της μετάβασης στην ατομοκεντρική κοινωνία. Η πρώτη εί­ναι δομικά μπλοκαρισμένη: Οι μεγάλοι κολεκτιβιστικοί πολιτισμοί του Νείλου, του Ευφράτη, του Γάγγη ή του Γιαγκ Τσε, ήταν ικανοί να κατασκευάζουν και να διαχειρί­ζονται τεράστια υδραυλικά έργα και να προγραμματίζουν έξυπνα την κατανομή του πλεονάσματος ανάμεσα σε καλές και κακές χρονιές. Η πυραμιδική δομή τους δεν διασφάλιζε μόνο τον τρόπο κατανάλωσης του πλεονάσματος, αλλά και τον τρόπο της παραγωγής του. Δεν ήταν απλώς ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας, αλλά και ένα σύστημα παραγωγικών σχέσεων. Με άλλα λόγια: Η εμφάνιση της κολεκτιβιστικής πυραμίδας πολλαπλασίασε το οικονομικό πλεόνασμα και επέτρεψε έναν αντίστοιχο πολλαπλασιασμό του πληθυσμού. Το γεγονός αυτό κατέστησε αδύνατη την υποστρο­φή στην προκολεκτιβιστική κατάσταση. Μόνο εξωτερικοί παράγοντες (“βαρβαρικές” επιδρομές - φυσικές καταστροφές) θα μπορούσαν να επιβάλουν “υποστροφή στη βαρβαρότητα”. Η αναπαραγωγή της πυραμίδας ήταν όρος για την επιβίωση της πλειονότητας του πληθυσμού, ο οποίος μπορούσε βέβαια να νοσταλγεί τον προκολε­κτιβιστικό “παράδεισο”, αλλά οι πόρτες του είχαν κλείσει οριστικά. Όταν το Σύστη­μα είναι όρος για την ύπαρξή σου δεν μπορείς να το ανατρέψεις. Στις συνθήκες αυ­τές τοποθετείται και η γέννηση του μεσσιανισμού όσο και του εξωκοινωνικού μυστι­κισμού.

Αλλά αν το κεκτημένο “επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων” αποκλείει την “αλλαγή προς τα πίσω” η “ανεπάρκεια της ανάπτυξής” τους θα αποκλείσει την “αλλαγή προς τα μπρος”. Γιατί, σύμφωνα με την αλφαβήτα του ιστορικού υλισμού, αν δεν πραγματοποιηθεί μια “ριζική ανατροπή” στους τεχνολογικούς όρους της πα­ραγωγής, δεν είναι δυνατή η υπέρβαση του κολεκτιβιστικού συστήματος. Η διάσημη αυτή θέση γενικεύει, προφανώς, την εμπειρία της δυτικοευρωπαϊκής μετάβασης α­πό τον μεσαιωνικό φεουδαρχικό κολεκτιβισμό στη Νεωτερικότητα, όπου η βιομηχα­νική επανάσταση, μια τεχνολογική επανάσταση, μοιάζει να έπαιξε τον αποφασιστικό ρόλο. Βεβαίως η γενίκευση είναι αυθαίρετη, αφού δεν καλύπτει το αρχαιοελληνικό παράδειγμα, όπου το Άτομο γίνεται κυρίαρχο πρότυπο χωρίς να έχει μεσολαβήσει καμιά βιομηχανική επανάσταση. Είναι ένα δόγμα το οποίο εξυπηρέτησε θαυμάσια την ανάγκη της νεωτερικότητας να θέσει τον εαυτό της στην κορυφή της εξελικτι­κής κλίμακας και να νομιμοποιήσει την απαίτηση του “εκσυγχρονισμού”, δηλαδή της υποταγής-καταστροφής των προνεωτερικών πολιτισμών. Αυτό είναι άλλωστε και η πρότασή της: Ο Μεσσίας που θα σας απελευθερώσει από την “κατάρα του νόμου” θα έρθει. Ματαίως όμως τον περιμένετε από τον δρόμο της Θρησκείας. Θα έρθει, αλλά από τον δρόμο της Επιστήμης, γιατί η Τεχνολογία είναι ο πραγματικός Μεσσί­ας!

Ο τεχνολογικός μεσσιανισμός γνώρισε μια εκπληκτική ερμηνευτική πειστικότητα. Οι παλιότεροι το ζήσαμε με τη λεγόμενη “υπέρβαση” του καπιταλισμού: Με δεδομένο τον ιλιγγιώδη ρυθμό της τεχνολογικής εξέλιξης, είναι “μαθηματικά βέβαιο” ότι αργά ή γρήγορα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα σπάσει το “κέλυφος” των κα­πιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, καθιστώντας αναγκαία τη μετάβαση σε ένα “α­νώτερο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης”. Η “επαναστατική μαμή”, που πάντοτε έρχε­ται ακάλεστη, θα ξεγεννήσει τελικώς μιαν αταξική-αεθνική-ακρατική κοινωνία. Κι αυτό, είτε το θέλουμε είτε όχι. Η μεσσιανική κοινωνία θα είναι μια τεχνολογική κοι­νωνία. Η Επιστήμη και η Τεχνολογία θα έχουν λύσει όλα τα προβλήματα. Στον τε­χνολογικό παράδεισο θα έχει πραγματωθεί πλήρως το νεωτερικό ιδανικό της “κοι­νωνίας - παιδικής χαράς”: Οι άνθρωποι θα είναι εκεί κάτι περισσότερο από ανέμε­λα παιδιά. Αν θέλουν να εργάζονται, θα εργάζονται. Αλλά μάλλον δεν θα χρειάζε­ται. Αν θέλουν να ψαρεύουν, θα ψαρεύουν. Θα κάνουν κριτική, θα παίζουν κ.λπ. κ.λπ. Θα τα επιτρέπει όλα αυτά η τεχνολογική εξέλιξη, γιατί θα έχει εξασφαλίσει υ­περπλεόνασμα αγαθών, αρκετών για όλους. Κατάλληλες μηχανές θα παράγουν ό,τι χρειαζόμαστε και σε όση ποσότητα το θέλουμε. Μια τέτοια μηχανή θα ήταν π.χ. ο “κομμουνιστικός φούρνος”, που έφερναν σαν παράδειγμα σε κάποιον από τους τό­μους της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ. τη δεκαετία του 1960: από τη μια με­ριά συλλέγει τις ηλιακές ακτίνες και από την άλλη βγάζει λαχταριστές φραντζόλες. Ακόμα πιο εκπληκτικές είναι οι μηχανές που περιέγραφαν, τότε και σήμερα, οι αμε­ρικανικές εκλαϊκεύσεις του τεχνολογικού μεσσιανισμού. Με την κατάρρευση του υ­παρκτού σοσιαλισμού, ο τεχνολογικός μεσσιανισμός δέχτηκε ισχυρότατο πλήγμα. Ε­φτάψυχος όμως, συνήλθε γρήγορα και με το “τρίτο κύμα”, την “κοινωνία της πληρο­φορίας”, την “παγκοσμιοποίηση”, τα χρηματιστήρια κ.τ.τ. επανήλθε δριμύτερος. Πη­γή του είναι φυσικά η Αμερική. Και όλοι αυτοί οι αναρίθμητοι αφελείς, στην Ευρώ­πη και στον Τρίτο Κόσμο, οι οποίοι όψιμα ανακάλυψαν την Αμερική.

Ο τεχνολογικός μεσσιανισμός αποτελεί εξ αρχής τον πυρήνα του νεωτερικού πνεύ­ματος. Είναι η πίστη ότι η τεχνολογική εξέλιξη θα οδηγήσει α) στην εξίσωση των προσβάσεων στη γνώση (θα μαθαίνεις ό,τι θέλεις, “πατώντας ένα κουμπί”) και β) στην “κοινωνία της αφθονίας”, με όλα τα αγαθά “προσιτά στους πάντες”. Παρά τα μυθολογούμενα για την “αθρησκευτικότητά” του, ο νεωτερικός άνθρωπος είναι βα­θύτατα θρησκευτικός. Η νεωτερικότητα έχει το ισχυρότερο και το πιο πλήρες σύστη­μα θρησκείας που έχει φανεί στην ιστορία. Με βαθιά πίστη. Τεράστιο, αλλά προπα­ντός, εκπληκτικού κύρους ιερατείο (κάθε λογής “ειδικών”). Πάνδημη δημόσια λα­τρεία (στα πολυκαταστήματα και στην τηλεόραση). Η θρησκεία αυτή είναι ο τεχνο­λογικός μεσσιανισμός. Η πίστη ότι η Επιστήμη και η Τεχνολογία θα λύσουν όλα τα προβλήματα και θα φέρουν στον άνθρωπο την ευτυχία. Εξακολουθεί να είναι η κυ­ρίαρχη λαϊκή θρησκεία και στη σημερινή μεταμοντέρνα φάση της νεωτερικότητας. Έχει αφομοιώσει κάθε προγενέστερη μορφή μεσσιανισμού και καθορίζει το πνεύμα της “Νέας Εποχής”. Η “θεολογία” της θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής: Ήταν α­νάγκη να περάσει ο άνθρωπος από την κόλαση της δουλείας, της φεουδαρχίας, του καπιταλισμού, των άπειρων σφαγών, για να πραγματοποιηθεί η οικονομική συσσώ­ρευση που θα καθιστούσε δυνατή την Τεχνολογία. Ήταν μέσα στο “Μυστικό Σχέδιο” του Θεού (ή του Λόγου, της Ιστορίας, της Τύχης ή της Ανάγκης). Και επειδή η Τε­χνολογία είναι γέννημα του χριστιανικού πολιτισμού, της “εποχής των Ιχθύων”, οι “χριστιανοί” μας είναι διατεθειμένοι να δεχθούν ότι ακόμα και η ενσάρκωση του Υ­ιού του Θεού έγινε για να υπηρετήσει τον τεχνολογικό σκοπό του “Θεϊκού Σχεδί­ου”, δηλαδή την έλευση της “εποχής του Υδροχόου”, της εποχής του τεχνολογικού παραδείσου.

Τα δεδομένα του 20ού αιώνα έδειξαν, ωστόσο, ότι κάθε αύξηση και γενίκευση των αλλαγών στην τεχνολογική υποδομή της κοινωνίας, των αλλαγών που είχαν θετικές επιπτώσεις στην επιβίωση, εξανεμίζονται από την αύξηση του πληθυσμού, που αυ­τές προκαλούν. Από πλευράς ποσοστού συμμετοχής στα διαθέσιμα αγαθά και στην υπάρχουσα γνώση, η νέα πλειονότητα παραμένει στο ίδιο και χειρότερο ποσοστό με την προηγούμενη. Ο κατά κεφαλήν άνισος λόγος της συμμετοχής στον κοινωνι­κό πλούτο καθόλου δεν βελτιώνεται, όπως έχουν δείξει άλλωστε και τα στοιχεία του ΟΗΕ για την εξέλιξη της κοινωνικής ανισότητας. Το “αίτιο”, που υποτίθεται ότι αποκλείει την “οπισθοδρόμηση”, αποκλείει εξ ίσου και την “πρόοδο”, δυναμιτίζο­ντας τον ίδιο τον θεωρητικό πυρήνα του τεχνολογικού μεσσιανισμού. Αλλά ποιος σκοτίζεται για τέτοια δεδομένα;

Βεβαίως, αν δεν υπήρχε πρόοδος, δεν θα είχαμε μετάβαση από τον κολεκτιβιστικό στον ατομοκεντρικό πολιτισμό, από τον Δούλο στον Μισθωτό. Ούτε από τον Μισθω­τό στον Φίλο. Η μεσσιανική ελπίδα παίρνει διάφορες φανταστικές μορφές, μια από τις οποίες είναι και η τεχνολογική. Παραπέμπει σε κάτι εφικτό, το οποίο δεν έχει ό­μως καμιά σχέση με τις εν λόγω μορφές. Η πρόοδος είναι δυνατή, αλλά σε τελείως άλλο επίπεδο. Σύμφωνα με την τριαδική παράδοση, από την οποία αντλούμε εδώ, η μόνη πρόοδος που μπορεί να υπάρξει είναι η ανθρωπολογική: Δούλος, Μισθω­τός, Φίλος. Η πρόοδος είναι ιδέα του Προσώπου, την οποία το Άτομο και ο Δούλος την προσαρμόζουν στο δικό τους φαντασιακό, απομακρύνοντάς την από το πραγμα­τικό της περιεχόμενο. Ας δούμε πώς αυτό γίνεται στην εβραϊκή, την ελληνική και τη νεωτερική περίπτωση.


2. Ο εβραϊκός ιστορικισμός
Ο εβραϊκός πολιτισμός είναι ο πιο εξελιγμένος κολεκτιβιστικός πολιτισμός γιατί μπο­ρεί να υπάρξει και χωρίς πολιτική εξουσιαστική πυραμίδα. Του αρκεί η αυθεντία του Νόμου. Η μελέτη του κολεκτιβισμού αυτού θα βοηθούσε πολύ την εξ αντιδια­στολής κατανόηση της ανθρωπολογίας των ατομικιστικών πολιτισμών.

Στο κέντρο της προσωπικής και της συλλογικής ζωής του ιουδαίου βρίσκεται ο Νό­μος και κάθε πτυχή της ρυθμίζεται από τις διατάξεις του. Δεν έχουμε παρά να τηρή­σουμε τις Εντολές. Οι Εντολές δεν είναι μόνο Δέκα, αλλά εξειδικεύονται σε αναρίθ­μητες άλλες. Κι αν δημιουργούνται ασάφειες υπάρχουν οι αρμόδιοι ερμηνευτές, έ­τοιμοι πάντοτε για μια απεριόριστη εξειδίκευση της νομικής καζουιστικής (περιπτω­σιολογίας). Ο πιστός ιουδαίος είναι ο “Δούλος του Νόμου”. Παραδόξως όμως ο άν­θρωπος αυτός δεν έχει μια στατική – κυκλική αντίληψη του χρόνου. Ο χρόνος του είναι ευθύγραμμος: έχει αρχή και αναμενόμενο τέλος-σκοπό. Είναι χρόνος ιστορι­κός. Μετράει από “κτίσεως κόσμου”. Καταγράφει με σχολαστικότητα τη διαδοχή των γενεών, σημειώνει τα γεγονότα που θεωρούνται σημαντικά για τη συλλογική ζωή και αναμένει τον Βασιλιά-Μεσσία, που θα καταστήσει τον εβραϊκό λαό κυρίαρχο των εθνών. Έχουμε έτσι σαφώς μια αντίληψη προόδου. Αυτό όμως που “προοδεύ­ει” στον χρόνο δεν είναι ο μεμονωμένος-συγκεκριμένος άνθρωπος, αλλά ο εβραϊ­κός Λαός, ένα συλλογικό υποκείμενο. Η πρόοδος θα καταλήξει σε μια αποφασιστι­κή αλλαγή στις σχέσεις του με τα έθνη (κυριαρχία επ’ αυτών). Δεν παραπέμπει, επο­μένως, σε κάποια έννοια ανθρωπολογικής εξελίξεως. Έχουμε έτσι, στην περίπτωση των Εβραίων, ένα κολεκτιβιστικό έθνος, που έχει πετύχει τη συλλογική εξατομίκευ­σή του, τη μετατροπή του από “έθνος καθ’ εαυτό” σε “έθνος για τον εαυτό του”, χω­ρίς να μπει καθόλου στο στάδιο της ανθρωπολογικής εξατομίκευσης. Ο εβραϊκός λα­ός γίνεται έθνος α) χάρη στην αποκλειστική-προνομιακή σχέση του με τον Ένα Θεό του, β) χάρη στα κληρονομικά του δικαιώματα αποκλειστικότητας πάνω στη σχέση αυτή, και γ) χάρη στην εσχατολογική (ιστορική) προοπτική-ολοκλήρωσή της.

Πρέπει να σημειώσουμε και την παραδοξότητα του εβραϊκού κολεκτιβισμού, γιατί έ­χει δύο μεσσιανικές παραδόσεις: την κυρίαρχη κολεκτιβιστική (περιμένει βασιλιά-Μεσσία) και μια περιθωριακή προσωποκεντρική, στο περιβάλλον της οποίας θα γεν­νηθεί ο Ιησούς Χριστός.

3. Ο αρχαιοελληνικός βιοκεντρισμός
Ο ατομικιστικός ελληνικός πολιτισμός, αντιθέτως, δεν έχει καμιά αντίληψη συλλογι­κής προόδου. Η συλλογική εξατομίκευση των Ελλήνων σε έθνος δεν οφείλεται σε κάποιας μορφής μονοθεϊσμό, ούτε στην εγκαθίδρυση κληρονομικών δικαιωμάτων πάνω σε μια πνευματική παράδοση. Οφείλεται στην ανθρωπολογική τους εξατομί­κευση, που τους διαφοροποιεί τελείως. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους που εί­ναι λαοί υπηκόων, οι Έλληνες είναι έθνος εταίρων (ελευθέρων ατόμων).

Για τον ολυμπιακό πολυθεϊσμό μπορούν να γίνουν διάφορες υποθέσεις. Ας σημειώ­σουμε δύο: α) Είναι αποτέλεσμα συγκατοίκησης θεών που αντιστοιχούν ο καθένας σε διαφορετική ψηφίδα του φυλετικού μωσαϊκού, που μιλά τις διαλέκτους της ελλη­νικής γλώσσας και παίρνει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και αργότερα στους Ολυμπια­κούς αγώνες. β) Είναι μεταφυσική προβολή των πολλαπλών αντιφατικών και από διαφορετικές πλευρές συντελούμενων κρυσταλλώσεων-μορφοποιήσεων της προελ­ληνικής ψυχής, καθώς αυτή βγαίνει από την κολεκτιβιστική αμορφία και μπαίνει στον δρόμο της ελληνικής εξατομίκευσης. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το σίγουρο είναι ότι οι κάτοικοι του Ολύμπου είναι Άτομα. Η κοινότητά τους κάθε άλλο παρά κολεκτιβιστική είναι. Η συλλογική εξατομίκευση, έναντι των άλλων λαών, προερχό­μενη από την ανθρωπολογική εξατομίκευση, δεν χρειάζεται τη σχέση με έναν απο­κλειστικό θεό για να συγκροτηθεί, αν και βεβαίως το πολυπρόσωπο της θεότητας συντηρεί, όπως παρατηρεί ο Ζαμπέλιος, τον τοπικισμό και, από ένα σημείο και πέ­ρα, γίνεται τροχοπέδη, όχι μόνο για την περαιτέρω ανθρωπολογική εξέλιξη και οι­κουμενική εξάπλωση του Ελληνισμού αλλά και για την ίδια την πρόοδο της εθνικής-κοινωνικής συνάφειας και συνοχής του.

Δεν έχουμε στην ελληνική περίπτωση αίσθηση του συλλογικού χρόνου, ως ιστορι­κού χρόνου. Ο ιστορικός χρόνος είναι εδώ κυκλικός, όπως και ο κοσμικός χρόνος. Η σύμπτωση όμως με τους παγανιστικούς κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς, ως προς την ανιστορικότητα, την κυκλική αντίληψη για τον χρόνο, είναι απατηλή, γιατί ο χρό­νος του ατομικού βίου δεν είναι καθόλου κυκλικός. Εμπεριέχει σαφώς την έννοια της προόδου-προκοπής, γιατί αποσκοπεί σε ένα ανθρωπολογικό πρότυπο: αυτό του καλού και αγαθού ανδρός, ο οποίος συνδυάζει ανδρεία, φρόνηση και σωφροσύνη και είναι εσωτερικά δίκαιος. Ο χρόνος του βίου διέπεται από την εξελικτική-προο­δευτική ιδέα της προκοπής, ως καλλιέργειας της αρετής, που κάνει τον άνθρωπο υ­πεύθυνο πολίτη: Άτομο. Εξελικτική στο ατομικό επίπεδο, η αντίληψη της προόδου έ­χει λοιπόν εδώ σαφώς ανθρωπολογικό περιεχόμενο και μάλιστα εξατομικευτικό, διαμορφωτικό ατομοκεντρικής και όχι κολεκτιβιστικής κοινωνίας.

Όπου στους κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς της Ανατολής, όπως π.χ. στον ινδουισμό και στον βουδισμό, έχουμε αντίληψη ατομικής προκοπής, αυτή έχει εξωκοινωνική προοπτική. Ο άνθρωπος πρέπει εκεί να βελτιώνεται, για να έχει μια καλύτερη με­τεμψύχωση. Στόχος της βουδιστικής ατομικής τελειοποίησης δεν είναι η ανάπτυξη της ατομικότητας αλλά η εξάλειψή της.

4. Ο τρισδιάστατος χρόνος του Προσώπου
Με τη μετάβαση του ελληνικού Ατόμου στο στάδιο του Προσώπου έχουμε την εμφά­νιση μιας άλλης αντίληψης για τον χρόνο, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί α­πλουστευτικά ως “σύνθεση” ελληνικής και εβραϊκής.

Λόγω της παραδοχής ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, η πρόοδος είναι και ατο­μική και συλλογική “ταυτόχρονα”. Προκόβοντας το άτομο, προκόβει και η κοινότητα και αντιστρόφως. Εντασσόμενη στην προοπτική του Προσώπου, η ελληνική αντίλη­ψη για τον υπαρξιακό (ατομικό) χρόνο ανακαινίζεται, ενώ η αντίληψη για την κυκλι­κότητα του ιστορικού (συλλογικού) χρόνου εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από κείνη του εσχατολογικού ιστορικού (συλλογικού) χρόνου, τις καταβολές της οποίας τις βρίσκουμε στην εβραϊκή προφητική παράδοση. Η νέα αντίληψη για τον χρόνο, η ελληνο-χριστιανική, είναι η αντίληψη του Προσώπου. Ελάχιστα όμως πράγματα μπο­ρούμε να πούμε γι’ αυτήν, επειδή περιλαμβάνει την εμπειρία της “αιωνιότητας”. Μι­λώντας με όρους της ατομικιστικής νοητικής βαθμίδας, θα αποδίδαμε τον χρόνο του Προσώπου ως ατομικό και συλλογικό “συγχρόνως”. Αλλά αυτό το “συγχρόνως” πώς να γίνει κατανοητό; Αυτό που καθιστά ακατανόητο για το Άτομο τον προσωποκεντρι­κό χρόνο είναι η ιδιότητά του να “εκρήγνυται” στην “αιωνιότητα”, ή αλλιώς το γίγνε­σθαι να “εκβάλλει” στο “είναι”, κάθε φορά που το παρόν “αγγίζει” τα “έσχατα”. Ο “εκρηγνυόμενος” σπειροειδής-κυλινδροειδής ιστορικός χρόνος είναι εσχατολογικός. Το τέλος-σκοπός, η Δευτέρα Παρουσία και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν γενική Ανάστα­ση-ανακαίνιση του κόσμου, δεν είναι γεγονός ενδοϊστορικό, όπως στην εβραϊκή α­ντίληψη, αλλά “μεταϊστορικό”. Η “θέωση”, ως “σημείο τομής” της προσωπικής και της συλλογικής “θεώσεως”, το οποίο επιτυγχάνεται κατά τη “Θεία Λειτουργία”, πα­ραμένει απλώς “πρόγευση των εσχάτων”. Η “ολοκληρωμένη” και “οριστική” θέωση θα πραγματοποιηθεί όταν έλθει το “πλήρωμα του χρόνου”. Όταν θα έχει αποπε­ρατωθεί η πραγματοποίηση του “θεϊκού σχεδίου”.

Προσπάθησα να παρουσιάσω στην Έκλειψη του Υποκειμένου μια εκλογικευμένη δια­τύπωση του προσωποκεντρικού χρόνου, ως τρισδιάστατου “σπειροειδούς-κυλινδρι­κού” συνεχούς, αλλά, ενώ τυπικά μου φαίνεται σωστή, δεν νομίζω ότι βοηθά ιδιαί­τερα στην κατανόηση. Ουσιαστικά, δεν ξέρουμε πώς βιώνει και πώς αντιλαμβάνεται τον χρόνο το Πρόσωπο. Ίσως μπορούμε να μαντέψουμε τι σημαίνει στερεομετρικός χρόνος (ατομικός-συλλογικός “συγχρόνως”), αν σκεφθούμε α) ότι μιλάμε για ταυτό­χρονη εξέλιξη-προκοπή και στο υπαρξιακό και στο ιστορικό πεδίο, β) ότι η “πηγή της ροής” του χρόνου βρίσκεται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν και γ) ότι το εί­δος της προσωπικής ενέργειας που την “παράγει” είναι η αμερόληπτη Αγάπη. Με άλ­λα λόγια: είναι ο χρόνος του ανθρώπου, ο οποίος αγαπά με τον τρόπο που αγαπά ο τριαδικός Θεός. Οι διατυπώσεις αυτές και πάλι δεν λένε πολλά πράγματα. Υποθέ­τουμε ότι η κατανόηση είναι δύσκολη επειδή όλα αυτά αντιστοιχούν σε εμπειρίες μιας ανθρωπολογικής βαθμίδας και ενός πολιτισμού ανώτερου από τον δικό μας.


5. Η νεωτερική εσχατολογία
Η αντίληψη του νεωτερικού Ατόμου για τον χρόνο δεν είναι ούτε η αντίληψη του Προσώπου ούτε εκείνη της ελληνικής εξατομίκευσης. Ο νεωτερικός ατομικός χρό­νος έχει εξελικτική κατεύθυνση, αλλά α) διαμετρικά αντίθετη από την ελληνική, ε­νώ β) ο συλλογικός χρόνος γίνεται αντιληπτός ως εσχατολογία ιουδαϊκού τύπου.

Οι φραγκοτεύτονες, πρόγονοι του νεωτερικού Ατόμου, δεν ήταν σε θέση να προ­σλάβουν την ελληνική χριστιανική αντίληψη για τον χρόνο και τη μετέτρεψαν σε ε­σχατολογία εβραϊκού τύπου. Επί πλέον, με το μέλλον είχαν και εξακολουθούν να έ­χουν ειδικό πρόβλημα, που δεν μας παίρνει να το αναλύσουμε εδώ, ένα πρόβλημα που τους κάνει ευάλωτους στον χιλιασμό. Στη Δευτέρα Παρουσία είδαν την έλευση ενός εβραϊκού Μεσσία, ο οποίος θα εγκαινιάσει ένα στάδιο ιστορικό. Το ανώτερο βεβαίως και τελευταίο. Έτσι όταν ο θρίαμβος της εξατομίκευσης έφερε την ανατρο­πή της κυριαρχίας του κολεκτιβιστικού χριστιανισμού στη Δύση, πέρασαν, χωρίς κα­μιά ιδιαίτερη προσπάθεια, στον κοινωνικό ουτοπισμό. Ο παράδεισος θα έλθει, ανα­πόφευκτα, μέσω της τεχνικής προόδου και της πολιτικής. Αυτός είναι η νεωτερικό­τητα, το βασίλειο της Λογικής, η εκκοσμικευμένη εκδοχή της εσχατολογικής χιλιετί­ας. “Στη χριστιανική Δύση οι ‘νεώτεροι χρόνοι’ σήμαιναν τους επικείμενους αιώνες του μέλλοντος που θα αρχίσουν μόνο με τη Δευτέρα Παρουσία (…) Αντίθετα, η κο­σμική έννοια της νεώτερης εποχής εκφράζει την πεποίθηση ότι το μέλλον έχει ήδη αρχίσει.”1 Εμπεδωμένη πολύπλευρα, η εκκοσμικευμένη αυτή εσχατολογία θα μετα­τραπεί από τους Χέγκελ και Μαρξ σε επιβλητικό ιστορικιστικό μεγαθήριο.

Στην ύπαρξη “θεϊκού σχεδίου” πίστευαν και οι Έλληνες χριστιανοί αλλά το θεωρού­σαν ανεξιχνίαστο. Πίστευαν ότι το θεϊκό σχέδιο δεν μπορεί να συλληφθεί από την ανθρώπινη λογική. Πεπεισμένοι ότι κάθε προσπάθεια “σύλληψης” του “θεϊκού σχε­δίου” καταλήγει σε ανοησία και σε βλάσφημη απόδοση του ιστορικού κακού στον Θεό, δεν ασχολήθηκαν με το θέμα. Δεν είχε όμως την ίδια επιφυλακτική αντίληψη η χριστιανική Δύση, η οποία σπούδαζε τη ratio σαν δρόμο για τη γνώση της “θείας ουσίας”: Αν ο Θεός είναι Νους, τότε το σχέδιό Του είναι λογικό. Περίπλοκο μεν αλ­λά λογικό. Δηλαδή κατ’ αρχήν κατανοήσιμο και άρα απεικονίσιμο σε ένα λογικό διά­γραμμα. Από μια τέτοια βάση ξεκίνησαν στη Δύση όλες οι προσπάθειες να συλλη­φθεί η “κρυμμένη λογική της Ιστορίας” και να διατυπωθεί ως θεωρία κοινωνικής προόδου μέσα από στάδια. Έτσι δεν είναι λίγοι αυτοί που κατά καιρούς έβαλαν τον εαυτό τους στη θέση του Θεού και πίστεψαν ότι “συνέλαβαν” τη σοφία του, για να γίνουν τελικώς “νούμερο”. Κορυφαίοι ανάμεσά τους οι φιλόσοφοι στους οποίους και αναφερθήκαμε. Μετά το φιάσκο του μαρξιστικού “επιστημονικού” προφητισμού δεχόμαστε, επί τέλους σήμερα (: μεταμοντέρνα θέση), ότι η δυναμική της ιστορίας είναι “χαοτική”, δηλαδή μη γραμμική, μη απεικονίσιμη με όρους ντετερμινιστικής λογικής και θεωρίας συστημάτων.

Η νεωτερική εσχατολογία προσδίδει, λοιπόν, στον χρόνο σαφώς εξελικτικό χαρακτή­ρα. Τον νοηματίζει ως διαρκή εμπλουτισμό του συλλογικού, ως διαρκή αύξηση της ι­κανότητάς του “να απαντά στις προκλήσεις”. Ή πιο χαρακτηριστικά: να “λύνει τα προβλήματα”. Να “λύνει” την “αντίθεση” ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, από την οποία θεωρείται ότι, σε “τελευταία ανάλυση”, πηγάζουν όλες οι ενδοκοινωνικές αντιθέσεις (λογιζόμενες και αυτές ως “προβλήματα”).

Η νεωτερική αντίληψη για τον συλλογικό χρόνο είναι, λοιπόν, εβραϊκή, διαφορετι­κή από την κυκλική αρχαιοελληνική και την τρισδιάστατη χριστιανοελληνική. Παρο­μοίως, η νεωτερική αντίληψη για τον υπαρξιακό (ατομικό) χρόνο δεν έχει καμιά σχέση με την αντίστοιχη ελληνική. Εστιάζεται στην ανάπτυξη του διανοητικού μορί­ου της προσωπικότητας και παραμελεί τα υπόλοιπα. Το πρόβλημα της νεωτερικότη­τας δεν είναι να μεταπλάσει τον εαυτό, ώστε να γίνει κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι: να μπορεί π.χ., όπως το ελληνικό Άτομο, να κυριαρχεί πάνω στις απρόσωπες δυνά­μεις της κοινής μας φύσης, ώστε να λειτουργεί μέσα στην πόλι του ως δίκαιος πολί­της, με φρόνηση, παληκαριά και σωφροσύνη. Ο δρόμος που πήρε η νεωτερική εξα­τομίκευση έχει την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνον της ελληνικής. Τα ε­πιτεύγματά της στο πεδίο της “καλής αλλοίωσης” του εαυτού, μέσω της αρετής, θεω­ρούνται άχρηστα και άνευ αξίας. Ο άνθρωπος πρέπει εδώ να συμβιβαστεί με τη “φύση” του. Πρέπει να απαλλαγεί από τα “μεταφυσικά” συστήματα που θέλουν να μεταμορφώσουν τα πάθη, γιατί αυτά καταλήγουν αναγκαστικά στην ποινικοποίηση της επιθυμίας. Ο άνθρωπος πρέπει να φτιάξει έτσι την κοινωνία του, ώστε κάθε επι­θυμία να μπορεί να ικανοποιείται απρόσκοπτα, γιατί είναι εκ φύσεως καλός και δεν χρειάζεται “βελτίωση”. Η μόνη βελτίωση και πρόοδος, που νοείται στο επίπεδο της νεωτερικής ατομικής εξέλιξης, είναι αυτή ακριβώς που έχει ως περιεχόμενο την α­παλλαγή από τις δήθεν “βελτιώσεις” και τις παραδόσεις που τις υποστηρίζουν. Δε­κτή είναι μόνο η αγωγή η οποία αποβλέπει στον θρυμματισμό και στη διάλυση των αποκρυσταλλωμένων ανθρωπολογικών “βελτιώσεων”, που έφεραν τον εαυτό σε α­ντίθεση με τη φύση του. Προκρίνεται ρητά η αγωγή που θα φέρει την “εξυγίανση” των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του. Το σλόγκαν “να είσαι ο ε­αυτός σου” εδώ παραπέμπει. Πρόοδος στην ατομική διάσταση είναι λοιπόν τώρα η κατεδάφιση όλων των δεδομένων, που παλιά θεωρούνταν ως “ανθρωπολογική εξέ­λιξη”. Πρόοδος είναι η επιστροφή στη “φυσικότητα”. Στην καινούργια αυτή βάση, της “φυσικότητας”, το Άτομο πρέπει να προικιστεί με όλη εκείνη την ετοιμότητα λο­γικής και παρατηρητικότητας, που θα του επιτρέψουν να βρίσκει αποτελεσματικές λύσεις στα κοινωνικά “προβλήματα”. Το θέμα είναι να μάθει, ο “φυσικοποιημένος” άνθρωπος, να χρησιμοποιεί τη λογική και την παρατήρηση με τέτοια τρόπο, που να κάνουν τη ζωή του άνετη, ελεύθερη και ευτυχή.

Από τη στιγμή όμως που ο δυτικός άνθρωπος άρχισε να βλέπει τα πάντα σαν “προ­βλήματα” που περιμένουν τη λύση τους, ο δρόμος που οδηγεί στην αλγοριθμική σκέψη και την εφαρμογή της για την κατασκευή συστημάτων είχε ανοίξει. Κάθε “πρόβλημα” βρίσκει τον αλγόριθμό του και αντιμετωπίζεται με την κατασκευή του κατάλληλου μηχανικού συστήματος. Έτσι φτιάχτηκε η πολύπλοκη κοινωνία που ξέ­ρουμε, με τα γιγάντια μηχανικά συστήματα που κοντεύουν να πνίξουν τη ζωή στον πλανήτη. Το νεωτερικό Άτομο είναι μια φυσική επιθυμητική μονάδα, που έχει ανά­γκες, οι οποίες ικανοποιούνται από συστήματα.

Παρατηρούμε ότι η εξέλιξη έχει περιεχόμενο μόνο στο μέτρο που κατεδαφίζεται ο προηγούμενος κολεκτιβιστικός εαυτός και τα κοινωνικά του “εποικοδομήματα”. Από κει και πέρα η εξέλιξη είναι μόνο κοινωνική. Ο υπαρξιακός χρόνος κενώνεται από περιεχόμενο. Υποκαθίσταται πλήρως από τον συλλογικό χρόνο, ο οποίος, καθώς γί­νεται χρόνος μηχανής, δεν παύει να ανανεώνει, συνεχώς και με αυξανόμενη ταχύ­τητα, τα μηχανικά του περιεχόμενα. Ο άνθρωπος απέκτησε ατομικό ρολόϊ, για να μετρά όμως τον συλλογικό και όχι τον ατομικό χρόνο. Από τη στιγμή που έχει κατα­ναλώσει το προνεωτερικό παρελθόν του, το νεωτερικό Άτομο φτάνει στην κορυφή της ανοδικής ανθρωπολογικής του εξέλιξης. -Κορυφή η οποία συμπίπτει με την κυ­ριαρχία του μοντερνισμού, με τη μηχανοποίηση (μηδενισμό) των συλλογικών ταυτο­τήτων. Από τη στιγμή όμως αυτή αρχίζει και η έκλειψή του. Ο υπαρξιακός χρόνος ε­πικαλύπτεται από τον μηχανοποιημένο συλλογικό χρόνο και παύει να υφίσταται. Η επίτευξη της κατάστασης αυτής είναι και το βαθύτερο περιεχόμενο της λεγόμενης “κοινωνικής προόδου”.

6. Η σταδιοποίηση της “Προόδου”

Η εκκοσμικευμένη εσχατολογική μεταφυσική εκφέρεται ως θεωρία ιστορικών σταδί­ων. Για τον Μαρξ, ο οποίος “αντέστρεψε” τον Χέγκελ και αναβάθμισε τον ουτοπικό σοσιαλισμό σε “επιστημονικό”, η Ιστορία χωρίζεται σε δύο μεγάλα στάδια: την προϊ­στορία ή “βασίλειο της αναγκαιότητας” και την καθ’ εαυτού Ιστορία ή “βασίλειο της ελευθερίας” (αταξική κοινωνία, κομμουνισμός). Το δεύτερο στάδιο, το ομόλογο της Δευτέρας Παρουσίας, δεν άρχισε με τον Διαφωτισμό και τις αστικές επαναστάσεις, όπως είχαν διακηρύξει οι Διαφωτιστές. Θα αρχίσει, εξ άπαντος, με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Αυτά ως προς την “καθ’ εαυτού” Ιστορία. Η “προϊστορία”, από την άλλη πλευρά, χω­ρίζεται σε πέντε υπο-στάδια: πρωτόγονη κοινωνία, δουλεία, φεουδαρχία, καπιταλι­σμός, δικτατορία του προλεταριάτου. Υπήρξε βέβαια και ο “ασιατικός δεσποτισμός”, που ο Μαρξ τον ανακάλυψε πολύ αργά, αφού είχε ήδη φτιαχτεί η βολική θεωρία των “πέντε σταδίων” και επί πλέον αυτή είχε τύχει ενθουσιώδους υποδοχής από το “κίνημα”. Έτσι η “ανωμαλία” εξοστρακίσθηκε σιωπηρά εκ μέρους των θεωρητικών ε­πιγόνων, λόγω και των ενοχλητικών ομοιοτήτων της με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Α­κολούθως αντιπροτάθηκαν στη μαρξιστική σταδιοποίηση της ιστορίας άλλες ακόμα πιο θετικιστικές θεωρίες σταδίων, όπως π.χ. αυτή του Ροστόου, για τα στάδια της οι­κονομικής “ανάπτυξης” ή η πιο ευφάνταστη μεταμοντέρνα θεωρία των “τριών κυμά­των” του Τόφλερ: Αγροτικοί πολιτισμοί (πρώτο κύμα), βιομηχανικός πολιτισμός (δεύτερο κύμα), μεταβιομηχανικός-πληροφορικός πολιτισμός (τρίτο κύμα).

Συναφής με κάθε θεωρία σταδίων είναι η διαμάχη ανάμεσα σ’ εκείνους που θεω­ρούν “υποχρεωτικά” τα στάδια και σ’ κείνους που πιστεύουν στη δυνατότητα της “υ­περπήδησής” τους. Τέτοια ήταν η διαμάχη ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες, που έ­λεγαν ότι για να πας στον σοσιαλισμό πρέπει να περάσεις πρώτα από τον καπιταλι­σμό, και στους κομμουνιστές που ισχυρίζονταν ότι μπορεί μια “προκαπιταλιστική” χώρα να περάσει “κατ’ ευθείαν” στον σοσιαλισμό, “υπερπηδώντας” το καπιταλιστικό στάδιο. Για τη λύση του προβλήματος είχαν προταθεί μάλιστα και οι ειδικότερες θε­ωρίες της “διαρκούς” και της “αδιάκοπης” επανάστασης. Η υπενθύμησή τους μοιάζει σχολαστική, αλλά αναφέρεται στο κεντρικό πρόβλημα κάθε θεωρίας εξελικτικών σταδίων. Υπενθυμίζουμε την ενδιάμεση απάντηση που έδωσαν οι νεομαρξιστές. Αυ­τοί έγραψαν άπειρους τόμους για να υποστηρίξουν ότι, όσο κι αν προσπαθήσουν, οι χώρες της “περιφέρειας” δεν μπορούν να “φτάσουν” τις χώρες του “κέντρου”. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να μπουν στο καπιταλιστικό στάδιο. Απλώς ο καπιταλι­σμός που μπορούν να οικοδομήσουν είναι διαφορετικός: εξαρτημένος, υπανάπτυ­κτος, δορυφορικός. Το χάσμα θα παραμένει αδιάβατο. Το πολύ - πολύ να έχουμε “ανάπτυξη της υπανάπτυξης”. Αυτό ήταν και το βασικό τους επιχείρημα εναντίον της “αυταπάτης του εκσυγχρονισμού”. Αλλά εις μάτην. Είναι απίστευτο πόσο διαποτίζει τις αντιλήψεις μας η νεωτερική ανάγκη για σταδιοποίηση του ιστορικού χρόνου. Τι θα έμενε π.χ. από την αντίληψή μας περί “εκσυγχρονισμού” αν παύαμε να πιστεύου­με στα “στάδια”; Υποτίθεται ότι διαφορετικοί ιστορικοί χρόνοι συνυπάρχουν την “ί­δια στιγμή”. Ενώ εγώ π.χ. βρίσκομαι στο παρόν (είμαι “σύγχρονος”), εσύ μπορεί να βρίσκεσαι στο παρελθόν, να είσαι “καθυστερημένος” και “αναχρονιστικός”. Στο ιστο­ρικό “παρόν” βρίσκεται πριν απ’ όλα η Αμερική και ακολουθούν η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία. Έπονται κατόπιν, ασθμαίνοντες, όλοι οι άλλοι, με διάφορους βαθ­μούς μετοχής στο “παρόν”. Ως κριτήριο για την κατάταξη των εθνών στη γραμμική ι­στορικιστική κλίμακα χρησιμοποιείται, χωρίς να δηλώνεται, η συναρτημένη με την τεχνολογία διαβάθμιση της ηγεμονικής ισχύος. Αυτή είναι τελικώς το αληθινό μέτρο του “εκσυγχρονισμού”.

Αλλά ας επανέλθουμε στο ιστορικιστικό πρόταγμα. Υπάρχει ο ομογενοποιημένος ι­στορικός χρονο-χώρος της νεωτερικότητας. Είναι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, που έχει γίνει “παγκόσμιος”. Λέγεται νεωτερικότητα, λόγω της καταστατικής αντιπα­ραδοσιακότητάς του και της ειδικής σωτηριολογικής αξίας που προσλαμβάνει το “νέ­ο” στη γραμμική-εξελικτική αντίληψη του νεωτερικού ανθρώπου για τον ιστορικό χρόνο. Αναγνωρίζει το “πριν” από τον εαυτό του σαν “προϊστορία” της καθ’ εαυτού ι­στορίας, που είναι το δικό του παρόν. Επειδή όμως νευρωτικά θέλει να “κατέχει” το μέλλον, η νεωτερικότητα δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι είναι ενδεχόμενο να υπάρ­ξει ιστορικό στάδιο και “μετά” απ’ αυτήν. Γι’ αυτό νομιμοποιείται ο Φουκουγιάμα να κηρύσσει ήδη παρόν το “τέλος της Ιστορίας”. Το μέλλον είναι προληπτικά αποικισμέ­νο από τη νεωτερικότητα. Επομένως: αφού η νεωτερικότητα δεν έχει πλέον έδα­φος περαιτέρω επέκτασης, αφού έχει επιβληθεί σε παγκόσμια κλίμακα και πρακτικά δεν έχει βιώσιμους εχθρούς, αφού η δημοκρατία και η ελεύθερη αγορά έχουν επι­κρατήσει, κατά την προεξοφλητική διαπίστωση του Φουκουγιάμα,2 η ιστορία έχει “τελειώσει”. Ο Σκοπός-Τέλος της νεωτερικότητας έχει επιτευχθεί-ολοκληρωθεί. Βέ­βαια το “τέλος” είναι στη νεωτερική αντίληψη ενδοϊστορικό και όχι μεταϊστορικό, ό­πως στην ελληνο-χριστιανική αντίληψη. Κι από δω πηγάζουν του κόσμου τα προβλή­ματα. Πάντως, επί νεωτερικού επιπέδου, το θεώρημα του Φουκουγιάμα είναι ακατα­μάχητο, γιατί ολόκληρη η σκέψη του 19ου και του 20ού αιώνα κινείται στο σχήμα του “τέλους”. Το σχήμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε από τον “ύστερο” μαρξισμό (σχολή Φρανκφούρτης, σχολή Φουκώ-Ντεριντά, “αδύναμη σκέψη”, θεωρη­τικοί του “τέλους των μεγάλων αφηγήσεων”).3 Ο Φουκουγιάμα είναι περισσότερο καίριος απ’ ό,τι φαντάζεται λέγοντας ότι: “Το τέλος της ιστορίας είναι η ολοκλήρω­ση των διαδικασιών εξατομίκευσης, της οποίας προσφορότερη μορφή αποτελεί ο φιλελεύθερος καπιταλισμός”. Η νεωτερική διανόηση αδυνατεί να υπερβεί τη θέση του “τέλους”, γιατί βλέπει το Άτομο σαν την κορυφή της ανθρωπολογικής εξέλιξης.

Θα κλείσουμε την επισκόπησή μας με την παρατήρηση ότι, στη νεωτερική αντίληψη για την εξέλιξη, δεν υπάρχει καθόλου η έννοια της υποστροφής. Η εξέλιξη είναι πά­ντοτε “προοδευτική”. Στην ελληνική συνείδηση, αντίθετα, η διαρκής παρουσία των αντινομιών Χάους-Κόσμου, Ακτίστου-Κτιστού, Προσώπου-Ουσίας, καθιστούν την “προοδευτική” ιδέα τουλάχιστον αφελή. Στην τρίβαθμη ανθρωπολογική κλίμακα (Δούλος-Άτομο-Πρόσωπο) τα πράγματα είναι πολύ σύνθετα αλλά και σαφέστερα: υ­πάρχει νόμος προόδου αλλά συγχρόνως και νόμος υποστροφής. Η εξέλιξη και η πτώση δεν είναι αυτόματη ή τυχαία, αλλά προϊόν ελεύθερης επιλογής. Αλλά, αν υ­πάρχει ανθρωπολογική υποστροφή, τι συμβαίνει στο νεωτερικό Άτομο όταν καταρ­ρεύσει μέσα του ο τεχνολογικός μεσσιανισμός και η πίστη στην Πρόοδο; Τι επιπτώ­σεις έχει πάνω στην “ταύτιση” του ανθρωπο-ανταλλακτικού με τον συστημικό του “ρόλο” το “κενό νοήματος” που δημιουργείται; Αλλά αυτά είναι αντικείμενο μιας άλ­λης συζήτησης.

πηγή: Άρδην τ. 35, Απρίλιος 2002 μέσω http://www.antifono.gr
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs