Subscribe Twitter Twitter

Παρέμβαση - Τίτλοι Αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπολίτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταπολίτευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Finito la musica, passato la festa


Δημήτρης Μηλάκας

Το δικαίωμα στην ελπίδα (που, όπως είναι γνωστό, πεθαίνει τελευταία) μπορεί να είναι το τελευταίο ανθρώπινο καταφύγιο, δεν μπορεί όμως να περιγράψει καμία πολιτική διέξοδο. Υπ' αυτή την έννοια τα όσα είπε ο πρωθυπουρ­γός Αντώνης Σαμαράς ενώπιον του Ευρωπαϊ­κού Κοινοβουλίου μπορεί κανείς να τα ακούσει ως τις τελευταίες (ανεκπλήρωτες) επιθυμίες κά­ποιου του οποίου ολοκληρώνεται ο (πολιτικός) βίος.

Πρώτη, σημαντικότερη και καταδικασμένη να μην εκπληρωθεί από τις επιθυμίες που εξέφρασε ο πρωθυπουργός στην ομιλία του είναι στις ευ­ρωεκλογές να μην ψηφίσουν οι πολίτες με την πικρή αίσθηση της κρίσης, αλλά με την αίσθηση ότι η Ευρώπη γίνεται καλύτερη. Με άλλα λόγια, ο Αντώνης Σαμαράς ζητά από την ελληνική κοινωνία να ξεχάσει την πραγματικότητα που βιώνει για χάρη μιας νεφελώδους, απροσδιόριστης και παράλογης υπόσχεσης: ότι «η Ευρώπη γίνεται καλύτερη».
Πρόκειται για άποψη με την οποία είναι απίθα­νο να συμφωνήσει η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, του οποίου η πραγματικότη­τα περιγράφεται σαφέστατα (και) από τους στατι­στικούς δείκτες: ανεργία, υποαπασχόληση, εισοδηματικές περικοπές, υπερφορολόγηση κ.λπ.

Με αυτήν την επιθανάτια (πολιτικά) άποψη του Αντώνη Σαμαρά, ότι δηλαδή η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί θετικό παράδειγμα αντι­μετώπισης της κρίσης και των απεριόριστων δυνατοτήτων της Ενωμένης Ευρώπης, μπορεί να συμφωνούν η βορειοευρωπαϊκή (γερμανική) ηγεσία και η οικονομική ολιγαρχία της Ε.Ε. Δυσκολεύεται ωστόσο να τη συμμεριστεί ακόμη και το «προνομιούχο» προλεταριάτο της γερμα­νικής μητρόπολης, καθώς 6 με 7 εκατομμύρια «εργαζόμενοι» εκεί τα βγάζουν πέρα με αμοιβές κάτω των 500 ευρώ.

Πέραν της καταφανούς αδυναμίας του πρω­θυπουργού να επικοινωνήσει με την οδυνηρή πραγματικότητα της κοινωνίας, ο Αντώνης Σαμα­ράς φαίνεται ότι αντιμετωπίζει ένα ακόμη, σοβα­ρότερο ίσως, πρόβλημα: Το ξήλωμα του πουλόβερ της διαπλοκής, όσο προχωρά με την επιμελή εργασία του ελληνικού συστήματος Δικαιοσύ­νης υπό την υψηλή αρωγή της τρόικας, τον αφή­νει γυμνό. Και αυτόν και τον συνεταίρο του στην κυβέρνηση Ευ. Βενιζέλο.

Η μουσική, λοιπόν, χαμηλώνει και η φιέστα του ελληνικού μεταπολιτευτικού πολιτικού συ­στήματος σχολάει. Όπου να 'ναι...

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Η Μεταπολίτευση, μια παρεξήγηση


Του Νίκου Ξυδάκη

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσια πράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».
Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης, είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει γι’ «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».
Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ. Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.
Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ. Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στον δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.
Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό τους, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.
Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν, λόγω και έργω, τον κυνισμό του λάιφσταϊλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιπασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.
Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.
Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

http://vlemma.wordpress.com/
Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Η Μεταπολίτευση των μικρομεσαίων


Του Νικου Γ. Ξυδακη
Η σημερινή επέτειος του Πολυτεχνείου, εντός της δυσμενούς ιστορικής συγκυρίας, δίνει αφορμή για απολογισμό όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία έπεσε με πάταγο, αλλά η επάνοδος της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μια εθνική καταστροφή, τη διχοτόμηση και κατοχή της Κύπρου. Ωστόσο η δικτατορία των συνταγματαρχών άφησε κάποια ίχνη στην νεογέννητη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, αυτούσια ή τα κατοπτρικά τους αντίστροφα.
Το ελληνοχριστιανικό Kitsch της χούντας λ.χ. λοιδωρήθηκε, αλλά ο λαϊκισμός της επταετίας, όπως ακφραζόταν από τις νέες φυλές των ατσίδων θαλασσοδανειούχων και των γλετζέδων της παραλιακής, έμεινε αλώβητος. Ισως κρύφτηκε την πρώτη περίοδο, αλλά αναδύθηκε παντοδύναμος αργότερα. Η μέθη της ελευθερίας και η εκ των υστέρων αναχώνευση του Μάη ’68 εσκέπαζαν το βαθύτερο kitsch, το ηθικό και κοινωνικό, το ήθος των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, των ωφεληθέντων της χούντας. Ο μεταγενέστερος λαϊκισμός του ’80 άντλησε και από αυτά τα κοιτάσματα.
Ωστόσο η Μεταπολίτευση δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις ποικίλες φανερώσεις του λαϊκισμού. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία πρόσφερε πρωτόγνωρη πολιτική ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού· πρακτικά, διεύρυνε τα μεσοστρώματα ως προς την έκτασή τους και την επιρροή τους. Υπό μία έννοια ολοκληρώθηκε επιταχυμένα η κοινωνική ανακατάταξη που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ’60.
Η τέτοια ταξική αναδιευθέτηση είχε θετικές και αρνητικές όψεις. Τα μεσοστρώματα απέκτησαν υψηλή παιδεία και πλήθυναν τις τάξεις των επιστημόνων, των επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών: αυτή ενδεχομένως να είναι και η πολυτιμότερη προίκα για ανάκαμψη από την παρούσα κρίση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να ανανεώσουν εξυγιαντικά τις κυβερνώσες ελίτ, ενώ ο διαρκώς ογκούμενος κομματισμός και πελατειασμός κατέλυε βαθμιαία τις λειτουργικές ιεραρχίες, την αξιοκρατία, την ισοπολιτεία εντέλει. Ο,τι προσεφέρετο με το ένα χέρι ―παιδεία, κινητικότητα―, αφαιρείτο με το άλλο. Η Κρίση εσήμανε τη μεγάλη ήττα του μικρομεσαίου πλήθους, που είχε αρχίσει προ πολλού.

Διαβάστε περισσότερα ... Bookmark and Share

Recent Posts

free counters
single russian women contatore visite website counter
Lamia Blogs