Του Κώστα Ράπτη
Η προσφυγική κρίση που με τόση ένταση εκδηλώνεται τους τελευταίους μήνες φέρνει στα όριά της την ίδια την αρχιτεκτονική της Ε.Ε., περισσότερο ίσως και από την οικονομική κρίση. Το αποτυπώνουν αυτό οι ηχηρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ των ηγετών ευρωπαϊκών χωρών, η έλλειψη αλληλεγγύης, η αδυναμία συντονισμένης ανάληψης κοινών πρωτοβουλιών.
"Η Ευρώπη δεν έχει το δικαίωμα να στέκει διαιρεμένη μπροστά σε τέτοιες προκλήσεις” δήλωσε κατά την συνεδρίαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων των 26 την Παρασκευή στο Λουξεμβούργο ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Frank-Walter Steinmeier. Ο Ιταλός ομόλογός του Paolo Gentiloni ήταν πιο συγκεκριμένος: "Αν δεν αναδιαπραγματευτούμε τους κανόνες του Δουβλίνου, ώστε να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι κάποιος εισέρχεται στην Ευρώπη και όχι σε μία συγκεκριμένη χώρα, θα καταλήξουμε αναγκαστικά να αναδιαπραγματευτούμε τους κανόνες του Schengen, πράγμα που θα αποτελούσε ήττα για τους Ευρωπαίους πολιτικούς”. Με άλλα λόγια, η αμηχανία περί το πρακτέο στα εξωτερικά σύνορα, θα οδηγήσει ταχύτατα στην επαναφορά των εσωτερικών συνόρων, η κατάργηση των οποίων αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Επαληθεύεται έτσι ότι σε ώρες κρίσης, οι 28 χώρες της Ε.Ε. ανακαλύπτουν πάντοτε ότι αποτελούν διακριτές εθνικές ονότητες με αποκλίνουσες προτεραιότητες. Λ.χ. τα νεώτερα κράτη-μέλη στην ανατολική Ευρώπη, διεπόμενα από ισχυρά εθνικιστικά αισθήματα και συνηθισμένα να αποτελούν μέχρι και σήμερα χώρες αποστολής και όχι υποδοχής μεταναστών φέρονται αποφασισμένα να αυτοεξαιρεθούν από οποιδήποτε σχήμα ανακατονομής των αιτουμένων ασύλου, την ίδια ώρα που η Κομισιόν ετοιμάζεται να αυξήσει από τις 40.000 στις 160.000 χιλιάδες των αριθμό των προσφύγων που θα απομακρυνθούν με αυτό τον τρόπο από τις χώρες πρώτης υποδοχής (Ελλάδα, Ιταλία και πλέον και Ουγγαρία).
Η συνάντηση κορυφής των χωρών της Ομάδας Visegrad (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία) την Παρασκευή στην Πράγα κατέληξε στη διαπίστωση ότι οποιαδήποτε καθιέρωση, όπως επιθυμεί η Κομισιόν, μόνιμων και υποχρεωτικών ποσοστώσεων στην ανακατανομή των αιτουμένων ασύλου – ενώ και των τριών Βαλτικών Δημοκρατιών η στάση δεν είναι διόλου διαφορετική.
Στην περίπτωση ειδικότερα της Ουγγαρίας, η οποία ήρθε στο προσκήνιο με τα όσα δραματικά εκτυλίχθηκαν αυτές τις ημέρες στους δρόμους και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της, συνδυάζονται ένα αντικειμενικό και ένα υποκειμενικό πρόβλημα. Το πρώτο συνίσταται στο ότι η Βουδαπέστη επικαλείται ακριβώς την υποχρεώσή της, βάσει κοινοτικών κανονισμών, να είναι αυτή, ως χώρα πρώτης καταγραφής, η υπεύθυνη για τη διαχείριση των εισροών - την ώρα που το Βερολίνο, με την επίκληση της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες και με την ανακοίνωση της προσωρινής αναστολής των προβλέψεων του Δουβλίνου ειδικά για τους προερχόμενους από τη Συρία στέλνει αντίθετο μήνυμα. Το υποκειμενικό πρόβλημα, πάλι, συνίσταται στην προθυμία του δεξιού, και αντιδημοφιλούς στους ευρωπαϊκούς κύκλους, Ούγγρου πρωθυπουργού Viktor Orbán να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του ισχύ, αλλά και να κατευνάσει το ισχυρό ακροδεξιό κόμμα Jobbik στην πατρίδα του.
Το αποτέλεσμα είναι αφενός η λήψη σειράς αλλοπρόσαλλων, και πάντοτε αναποτελεσματικών μέτρων (από την δημιουργία φράχτη 4 μέτρων στα σύνορα με την Σερβία και την ανάπτυξη του στρατού στη μεθόριο, μέχρι την απαγόρευση εισόδου μεταναστών και προσφύγων στους σιδηροδρομικούς σταθμούς) μέχρι την δήλωση Orbán ότι η "η Γερμανία και η Ουγγαρία βρίσκονται σε σύγκρουση”. Η απάντηση της Angela Merkel ήταν ότι η χώρα της πράττει "ό,τι είναι νομικά και ηθικά σωστό”.
Όσο για τη Βρετανία, το ζήτημα δείχνει να επηρεάζει κατά τρόπο κρίσιμο τη συζήτηση για την παραμονή ή μη της χώρας εντός της Ε.Ε., καθώς για πρώτη φορά καταγράφεται ελαφρά δημοσκοπική υπεροχή (51% προς 49%) του "Όχι” έναντι του "Ναι” ως προς το αναμενόμενο για το 2016 δημοψήφισμα – την ώρα που ο ηγέτης του Κόμματος Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου Nigel Farage επιλέγει να εγκαινιάσει την καμπάνια του υπέρ του Brexit επιτιθέμένος στην γερμανίδα καγκελάριο για την πολιτική της που "ενθαρρύνει” την έλευση προσφύγων ή μεταναστών.
Στην πραγματικότητα, αυτοαναγορευόμενη σε "συνείδηση του ευρωπαϊκού χώρου”, η Γερμανία απλώς υλοποιεί μια πολιτική αντιμετώπισης του οξύτατου δημογραφικού της προβλήματος και περαιτέρω ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς της δια της φθηνής εργασίας των εσιερχομένων – όπως έχει εγκαίρως προτείνει ο πρόεδρος των Γερμανών εργοδοτών Ulrich Grillo.
Άλλωστε, η σύγχυση μεταξύ μεταναστευτικού και προσφυγικού ζητήματος, δεν αφορά μόνο όσους επιδεικνύουν ξενοφοβικά αντανακλαστικά, αλλά και όσους τα αποκρούουν. Όσο παράλογο είναι το να αντιμετωπίζει κανείς ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από εμπόλεμη ζώνη σαν να ανζητούσαν απλώς καλύτερες οικονομικές ευκαιρίες, άλλο τόσο προβληματικό είναι το ότι η συγκίνηση που ξεσηκώνει πανευρωπαϊκά (με χαρακτηριστική καθυστέρηση) η τύχη των Σύρων προσπερνά πλήρως την πηγή του προβλήματος, δηλ. του συνεχιζόμενου σπαραγμού της Συρίας από τον οποίο έχουν εκτοπισθεί οι μισοί των 23 εκατ., κατοίκων της – κυρίως εσωτερικά, αν και 4 εκατομμύρια ανθρώπων έχουν βρεί καταφύγιο στο Λίβανο, την Ιορδανία και την Τουρκία. Πρώτιστο δικαίωμα των προσφύγων (πέραν προφανώς της καταρχήν διάσωσης και της αξιοπρεπούς φιλοξενίας) είναι η ειρήνευση της χώρας τους το συντομότερο, η επιστροφή στις εστίες τους και η συμμετοχή τους στην απαραίτητη ανακοιδόμηση.